Μα πού βρέθηκαν όλα αυτά τα λατινικά; (από το βιβλίο Η Ρώμη και ο κόσμος της του Θ.Παπαγγελή)

Σαν μπήκε η άνοιξη, Απρίλη[1] μήνα, έκαναν απόφαση να περάσουν την κλεισούρα[2] και να κατεβούν στον κάμπο. [3] Καμιά κατοστή καβαλάρηδες,[4] κάμποσοι απ᾽ αυτούς βετεράνοι,[5] τράβαγαν μπροστά. Τα άλογα μοιάζαν να καλπάζουν ρυθμικά και σχεδόν συντονισμένα, ρουθουνίζοντας ευφραντικά στον αέρα και δείχνοντας την όρεξη τους, γιατί τους είχε λείψει η στράτα[6] όλο τον χειμώνα. Δυο τρία τα είχαν κουβαλήσει τον τελευταίο καιρό απ᾽ τα ψηλά λιβάδια, κι εκείνα, με τα γεροδεμένα καπούλια[7] τους σκεπασμένα με χράμια, σίγουρα[8] θα θυμούνταν ακόμα το μοναδικό ταξίδι της ζωής τους, όταν οι βλοσυροί χωριάτες από τη Βίγλα[9] τα φόρτωσαν στη βάρκα[10] για να περάσουν αντίπερα το ποτάμι.

Οι άντρες είχαν λάβει εντολή να βρουν πρώτα πρώτα το άσπρο[11] σπίτι[12] στα ριζά του παλιού κάστρου,[13] που το έλεγαν και Κάστρο του Ρήγα.[14] Είχαν πληροφορίες ότι εκεί είχε βρει λημέρι ο αποθηκάριος[15] του πρίγκιπα[16] μαζί με τη φαμίλια[17] του μετά το μακελειό[18] στο παλάτι[19] τον περασμένο χειμώνα. Όμως το σπίτι που βρήκαν φαινόταν έρημο από καιρό. Σε μιαν άκρη της ρημαγμένης αυλής ένας φούρνος,[20] που σίγουρα δεν είχε φτιαχτεί από χέρι μάστορα,[21] έχασκε μισογκρεμισμένος. Κάμποσα παλούκια[22] μπηγμένα στη γη πρέπει να στήριζαν κάποτε μια περήφανη κληματαριά, εκτός κι αν ο νοικοκύρης τα είχε για ν᾽ απλώνει πάνω τους τέντα.[23] Πίσω από το σπίτι φαίνονταν ακόμη τα σημάδια ενός κήπου, και πιο πέρα μια παρέα από παλιές ροδακινιές.[24] Η πόρτα[25] ήταν σπασμένη και το παράθυρο στο πλάι ταμπουρωμένο με δυο σαπισμένες τάβλες[26] που κατάφερναν ακόμη να σχηματίζουν ένα Χ. Ένας από τους άντρες ξεπέζεψε, πήγε στο παράθυρο και, ακουμπώντας[27] τα χέρια στο περβάζι, έκανε να δει μέσα. Μια καπνισμένη κάμαρα,[28] γεμάτη[29] αράχνες, κουρέλια[30] σκορπισμένα στο πάτωμα, μια κάπα[31] πεταμένη σε μια γωνιά, ένα σκαμνί[32] μ᾽ ένα πανέρι[33] αφημένο απάνω του και μια μαυρισμένη καντήλα[34] που κρεμόταν ανόρεχτη από τον χαλκά της στον τοίχο. Πίσω του οι άλλοι περίμεναν χωρίς να λεν κουβέντα.[35] «Δεν είναι ψυχή εδώ,» γκρίνιαζε[36] ο άντρας τρίβοντας αμήχανα το αξύριστο μάγουλο[37] του. Εκείνη τη στιγμή ένα πουλί,[38] που έμοιαζε με μπούφο,[39] ξεμπουκάρησε με βιαστικό πετάρισμα από το άνοιγμα της πόρτας, και οι καβαλάρηδες, καθώς ένιωσαν τις πρώτες σταγόνες της βροχής, τράβηξαν τις κουκούλες[40] πάνω απ᾽ τα κεφάλια τους.

Το κείμενο είναι «κατασκευασμένο», γι᾽ αυτό το ποσοστό του 10% (περίπου) των λατινογενών λέξεων (και μορφολογικών στοιχείων) που περιέχει είναι ψηλότερο από τον πραγματικό μέσο όρο. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι η ελληνική γλώσσα δεν έμεινε ανεπηρέαστη από τα λατινικά. Οι παραπάνω λέξεις δεν αποτελούν μεταγενέστερα λόγια δάνεια, δηλαδή δεν οφείλουν την παρουσία τους στη συγγραφική δραστηριότητα μιας μορφωμένης «ελίτ». Αντίθετα, πέρασαν μέσα από το προφορικό κανάλι, είναι αποτέλεσμα μακραίωνης συμβίωσης των δύο γλωσσών και ανήκουν στη «λαϊκή βάση» της ελληνικής (όπως συμβαίνει και με τα δάνεια από τα ιταλικά ή τα τουρκικά). Γι᾽ αυτό ζουν και βασιλεύουν, ενώ πιο επίσημες λατινικές λέξεις που ονομάτιζαν, για παράδειγμα, θεσμούς της ρωμαϊκής διοίκησης ξεχάστηκαν μετά τον 6ο αιώνα μ.Χ., όταν το ανατολικό ρωμαϊκό κράτος, δηλ. το Βυζάντιο, έκανε επίσημη γλώσσα του την ελληνική και έσπρωξε οριστικά τα λατινικά στο περιθώριο. Αλλά πριν συμβεί αυτό, οι συνομιλίες του (αγίου) Κωνσταντίνου με την (αγία) Ελένη και του Ιουστινιανού με τη Θεοδώρα διεξάγονταν μάλλον στα λατινικά.

Στα λατινικά, όμως, μπορεί να γίνει και η συνομιλία ανάμεσα στον (σημερινό) Κώστα και την Ελενίτσα:

«Ελένη, σήμερα και αύριο δεν έχεις σεμινάρια στο Ινστιτούτο;»

«Ναι, αλλά σήμερα προτιμώ να πάω στο Solarium.»

«Και αύριο;»

«Αύριο έχω Vis Vitalis.»

«Ελένηηηηη, προβάλλω βέτο.»

Να μην τα μπερδέψουμε, όμως! Το σεμινάριο και το ινστιτούτο έχουν τελικά λατινική καταγωγή (seminariuminstitutum), είναι, όμως, λέξεις σχετικά νιόφερτες στα ελληνικά και, όπως και πολλές άλλες λατινογενείς λέξεις, φθάνουν «εκτελωνισμένες» από ευρωπαϊκές γλώσσες, κυρίως την αγγλική και τη γαλλική. Το βέτο (το λατινικό ρήμα veto που σημαίνει «απαγορεύω») έχει παλιότερη και συνεχή ιστορία χρήσης, αλλά ούτε κι αυτό ανήκει στην προφορική-λαϊκή κατηγορία λατινικών δανείων. Το solarium (που στα λατινικά σήμαινε «ηλιακό ρολόι» ή «λιακωτό») είναι από τις λέξεις που τις έδωσαν άλλο νόημα οι σύγχρονες τεχνολογίες ομορφιάς, ενώ το vis vitalis(που σημαίνει «ζωτική δύναμη») κάνει παρέα με ένα πλήθος αυτούσιων λατινικών λέξεων και εκφράσεων που χρησιμοποιούνται σήμερα ως «φιρμάτες» ονομασίες επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ή προϊόντων. Γιατί;

Προφανώς επειδή η χρήση μιας λατινικής λέξης ή έκφρασης χαρίζει «διεθνή αέρα» και κοσμοπολίτικη διάσταση στα κάθε είδους προϊόντα που θέλουν να προσελκύσουν την προσοχή των καταναλωτών. Τα λατινικά υπήρξαν για πολλούς αιώνες η κοινή, επίσημη γλώσσα του δυτικού πολιτισμού, και έτσι το συμβολικό τους γόητρο «πουλάει» καλύτερα. Η εταιρεία που ασχολείται με αρτοσκευάσματα έχει καλύτερες προοπτικές στην αγορά όταν βαφτιστεί CIBUS («τροφή»). Το ΦΡΑΝΤΖΟΛΑ θα ήταν απαράδεκτο, και το ΑΡΤΟΣ μάλλον κοινότυπο - το CIBUS συνδυάζει τη γοητεία του μη οικείου, του παλαιού, του διεθνιστικού. Αλλά εδώ δεν πρόκειται για διαφήμιση των λατινικών αλλά για λατινικά της διαφήμισης· κι αυτό το κεφάλαιο, όσο ενδιαφέρον κι αν είναι, δεν ανήκει στην ύλη μας.

Δυο μανάδες συναντιούνται έξω από το σχολείο σε περίοδο εξετάσεων. «Πέρασε ο γιος σου λατινικά;» ρωτάει η μία. «Λατινικά;» λέει προβληματισμένη η άλλη, που μοιάζει σα να πασχίζει να θυμηθεί κάτι. «Λατινικά», απαντάει τελικά, «δεν νομίζω. Απ᾽ ό,τι θυμάμαι, μόνο ανεμοβλογιά και παραμαγούλες.»

Από παλιά γελοιογραφία.

Οι γελοιογραφίες υπερβάλλουν, αλλά η αφορμή τους δεν είναι και τόσο μακριά από την αλήθεια· και η αλήθεια είναι ότι ο λατινικός κόσμος και πολιτισμός, και βέβαια η γλώσσα τους, μόνο σαν «κομπάρσοι» εμφανίζονται συνήθως στα ελληνικά πολιτισμικά και εκπαιδευτικά δρώμενα.

 

1 Απρίλης από το Aprilis. Πρόκειται για τον μήνα του «ανοίγματος» (των λουλουδιών, φυσικά). Στα λατινικά aperio σημαίνει «ανοίγω».

2 Κλεισούρα σημαίνει «στενό ορεινό πέρασμα ». Η λέξη, που χρησιμοποιείται ήδη στα χρόνια του Μεσαίωνα, παράγεται από το λατιν. clausura «κλείσιμο», αλλά στον σχηματισμό της έπαιξε ρόλο και το ρήμα κλείνω. Το αντίστοιχο ρήμα στα λατινικά είναι το claudo.

3 Από το λατιν. campus.

4 Από το καβαλλάρις, που προήλθε από το καβαλλάριος, κι αυτό με τη σειρά του από το λατιν. Caballarius.

5 Από το λατιν. Veteranus «παλαίμαχος στρατιώτης».

6 Από το λατιν. strata via «στρωμένος δρόμος». Οι Ρωμαίοι είχαν άριστες επιδόσεις στην οδοποιία. Μια από τις μεγαλύτερες και νευραλγικότερες «στράτες» της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν η Εγνατία.

7 Το καπούλι προέρχεται από το μεσαίων, καπούλιον, κι αυτό από το λατιν. scapula «ωμοπλάτη».

8 Το μεσαιων. σίγουρος προήλθε από το λατιν. securus «ασφαλής, χωρίς πρόβλημα, χωρίς έγνοιες», ίσως και με τη βοήθεια του ιταλικού sicuro, που παράγεται από το ίδιο λατινικό επίθετο.

9 Το Βίγλα εδώ είναι κύριο όνομα. Ως προσηγορικό, η βίγλα προέρχεται από το λατιν. vigilia «σκοπιά, επαγρύπνηση».

10 Το μεσαιων. βάρκα παράγεται από το λατιν. barca, το οποίο όμως προέρχεται από το αρχαιοελληνικό βάρις. Με άλλα λόγια, δανείσαμε και δανειστήκαμε. Αυτό στη γλωσσολογία ονομάζεται «αντιδάνειο».

11 Το άσπρος προέρχεται από το λατιν. επίθετο asper.

12 Προέρχεται από το μεσαιων. σπίτιν, αυτό από το οσπίτιον, κι αυτό πάλι από το λατιν. hospitium.

13 Το κάστρο προέρχεται από το λατιν. castrum.

14 Το ρήγας από το ρηξ (γεν. ρηγός), κι αυτό από το λατιν. rex «βασιλιάς».

15 Η κατάληξη -άριος των ουσιαστικών (βιβλιοθηκάριος, πρωτονοτάριος, πρωτοσπαθάριος) προέρχεται από τη λατινική κατάληξη -arius.

16 Το πρίγκιπας προέρχεται από το λατιν. princeps (γεν. principis) «πρώτος».

17 Το μεσαιων. φαμίλια (όπως και το φαμελιά) προέρχεται από το λατιν. familia «οικογένεια».

18 Το μακελειό προήλθε από το μεσαιων. μακελλείον, αυτό από το λατιν. macellum, κι αυτό πάλι με τη σειρά του από το αρχαιοελληνικό μάκελλον (άλλο ένα αντιδάνειο). Το μεσαιων. μακελλάρης (από το λατιν. macellarius) σημαίνει «χασάπης».

19 Προέρχεται από το μεσαιων. παλάτιν/παλάτιον, κι αυτό από το λατιν. palatium.

20 Ο φούρνος είναι "made in Rome" — στα λατινικά furnus.

21 Το μεσαιων. μάστορας από το μαΐστωρ, κι αυτό από το λατιν. magister «δάσκαλος».

22 Από το μεσαιων. παλούκιον, κι αυτό από το λατιν. paluceus.

23 Το μεσαιων. τέντα είναι από το λατιν. tenda. Το λατιν. ρήμα tendo σημαίνει «τεντώνω» — και το τεντώνω σχηματίστηκε από το τέντα.

24 Και τα ροδάκινα είναι εισαγωγής. Το μεσαιων. ρωδάκινον προέρχεται από το δωράκινον, κι αυτό από το λατιν. duracinum.

25 Το μεσαιων. πόρτα προέρχεται από το λατιν. porta.

26 Το μεσαιων. τάβλα προέρχεται από το λατιν. tab(u)la.

27 Από το μεσαιων. ακκουμπώ, που προέρχεται από το λατιν. ρήμα accumbo «γέρνω, κατακλίνομαι».

28 Το κάμαρα από το λατιν. camera (κάποτε και camara), κι αυτό από το αρχαιοελληνικό καμάρα — τρίτο αντιδάνειο.

29 Η κατάληξη -ατος (φευγάτοςκοτσονάτος) προέρχεται από τη λατιν. κατάληξη -atus.

30 Το κουρέλι προήλθε (μάλλον) από τον τύπο κουρέλλιον, και το κουρέλλιον πρέπει να προήλθε από το λατιν. corellum/coriellum «δέρμα, τομάρι».

31 Το μεσαιων. κάππα είναι από το λατιν. cappa.

32 Από το μεσαιων. σκαμνίον, που είναι υποκοριστικό του σκάμνον. Το τελευταίο προέρχεται από το λατιν. scamnum.

33 Από το μεσαιων. πανάριον, κι αυτό από το λατιν. panarium «ψωμοθήκη».

34 Το μεσαιων. καντήλα ανάγεται στο λατιν. candela.

35 Από το μεσαιων. κομβέντος, κι αυτό από το λατιν. conventus «συνάντηση».

36 Το γκρινιάζω προέρχεται (ίσως) από το μεσαιων. γρυννίζω, κι αυτό από το λατιν. ρήμα grunnio «γρυλίζω».

37 Το μεσαιων. μάγουλον προέρχεται από το λατιν. magulum.

38 Το μεσαιων. πουλλίν/πουλλίον είναι υποκοριστικό του πούλλος, κι αυτό προέρχεται από το λατιν. pullus «κοτόπουλο».

39 Το μεσαιων. μπούφος προέρχεται από το λατιν. bufus.

40 Το μεσαιων. κουκούλλα προέρχεται από το λατιν. cuculla.

Γιατί να μαθαίνουμε λατινικά και αρχαία ελληνικά;

 

Γιατί να μαθαίνουμε λατινικά

(πηγή: https://edromos.gr/giati-na-mathainoume-latinika-kai-archaia-ellinika/ )

του Αντόνιο Γκράμσι

Δεν διδασκόμαστε τη λατινική και την αρχαία ελληνική για να τις μιλήσουμε ούτε για να κάνουμε τους υπαλλήλους ξενοδοχείου, τους μεταφραστές ή οτιδήποτε άλλο. Τις διδασκόμαστε για να γνωρίσουμε τον πολιτισμό δύο λαών, η ζωή των οποίων τίθεται ως βάση του παγκόσμιου πολιτισμού. Η λατινική γλώσσα, όπως και η αρχαία ελληνική διδάσκεται σύμφωνα με τη γραμματική, κάπως μηχανιστικά. Αλλά είναι ιδιαίτερα υπερβολική η κατηγορία περί μηχανιστικού και περί κενότητας. Έχουμε να κάνουμε με νέα παιδιά, τα οποία πρέπει να αποκτήσουν συγκεκριμένες συνήθειες: την επιμέλεια, την ακρίβεια, τη φυσική μετριοπάθεια και την ψυχική συγκέντρωση σε συγκεκριμένα αντικείμενα. Ένας μελετητής τριάντα – σαράντα ετών θα ήταν ικανός να κάθεται στο γραφείο δεκαέξι συνεχόμενες ώρες, εάν δεν είχε από παιδί αποκτήσει «καταναγκαστικά», με «μηχανικό εξαναγκασμό» τις ανάλογες ψυχοφυσικές συνήθειες;

Αν στόχος μας είναι επίσης να διαμορφώσουμε σοβαρούς μελετητές, πρέπει να ξεκινήσουμε από το σημείο αυτό, και να αναζητήσουμε επίμονα ανάμεσα σε όλο τον κόσμο, για να βρούμε τις χιλιάδες, ή εκατοντάδες, ή έστω τις δεκάδες συγκροτημένους μελετητές, που κάθε πολιτισμός έχει ανάγκη.

Η μελέτη των λατινικών δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά χρειάζεται για να μάθουμε τα παιδιά να μελετούν, να αναλύουν ένα ιστορικό κείμενο, που μπορεί να φαίνεται στην αρχή σαν ένα νεκρό σώμα, αλλά που ανασυντίθεται διαρκώς και γίνεται πηγή ζωής και νέας γνώσης.

Βέβαια εγώ δεν πιστεύω ότι τα λατινικά και τα αρχαία ελληνικά εμπεριέχουν από τη φύση τους θαυματουργικές ικανότητες: λέω πως σε ένα δοσμένο περιβάλλον, σε ένα δοσμένο πολιτισμό, με μια δοσμένη παράδοση, μια τέτοιου είδους μελέτη μπορεί να δώσει αυτά τα συγκεκριμένα αποτελέσματα.

Μπορεί να αντικατασταθούν τα λατινικά και τα αρχαία ελληνικά με κάτι άλλο χρήσιμο, αλλά πρέπει να διαχειριστούμε με σωστό διαπαιδαγωγητικό τρόπο τη νέα ύλη ή τη νέα αλληλουχία γνώσεων, έτσι ώστε να πετύχουμε ισοδύναμα αποτελέσματα στα πλαίσια της συνολικής μόρφωσης των ανθρώπων, ξεκινώντας από τα πρώτα σχολικά χρόνια μέχρι και το κατώφλι της επαγγελματικής τους σταδιοδρομίας. Την περίοδο αυτή, η μελέτη, ή το μεγαλύτερο τμήμα της μελέτης, πρέπει να μην έχει ωφελιμιστικό χαρακτήρα, δηλαδή να μην έχει άμεσους πρακτικούς στόχους ή πολύ άμεσα διαμεσολαβούμενους: πρέπει να στοχεύει στην καλλιέργεια, χωρίς να χάνει και τον «μορφωτικό» της χαρακτήρα, που συνεπάγεται την εξοικείωση με συγκεκριμένες έννοιες.

Νομίζω ότι στο σύγχρονο σχολείο συντελείται ένας κλιμακούμενος εκφυλισμός: το επαγγελματικό σχολείο, δηλαδή εκείνο που χαρακτηρίζεται από έναν άμεσο πρακτικό στόχο, επικρατεί πάνω σε αυτό που θα λέγαμε «σχολείο καλλιέργειας» που δεν έχει κανένα ωφελιμιστικό προσανατολισμό.

Το πιο περίεργο είναι πως το σχολείο αυτού του τύπου εμφανίζεται και προβάλλεται σαν «δημοκρατικό», αν και προορίζεται να διαιωνίσει τους κοινωνικούς διαχωρισμούς. Ο κοινωνικός χαρακτήρας του σχολείου καταδεικνύεται και από το ότι κάθε κοινωνικό στρώμα έχει και έναν συγκεκριμένο τύπο σχολείου που προορίζεται να διαιωνίσει τον παραδοσιακό κοινωνικό ρόλο του στρώματος αυτού.

Αν θέλουμε να διασπάσουμε αυτή την αλυσίδα, πρέπει να μην πολλαπλασιάζουμε ή αναβαθμίζουμε τους τύπους των επαγγελματικών σχολείων, αλλά να δημιουργήσουμε έναν ενιαίο τύπο σχολείου της στοιχειώδους και της μέσης εκπαίδευσης, που να οδηγεί τους νέους μέχρι τη στιγμή του επαγγελματικού προσανατολισμού, καλλιεργώντας τους με στόχο να γίνουν σκεπτόμενοι άνθρωποι, ικανοί να μελετούν, να διοικούν ή να ελέγχουν τους διοικούντες.

Και η μελέτη επίσης είναι μια δουλειά, και μάλιστα επίπονη, με την ειδική εκπαίδευση που απαιτεί, όχι μόνο στο πνευματικό, αλλά και στο σωματικό επίπεδο, στο νευρικό και μυϊκό σύστημα: είναι μια διαδικασία προσαρμογής, είναι μια συνήθεια που κατακτάται με κόπο, πόνο, ακόμη και ανία. Η συμμετοχή ευρύτερων μαζών στη μέση εκπαίδευση τείνει να χαλαρώνει έναν απαιτητικό τρόπο μελέτης, και να προωθεί την ευκολία και το βόλεμα. […]

 

[Τετράδια της Φυλακής 4 [XIII], 55], Μετάφραση: Άβα Μπουλούμπαση