Το ποδόσφαιρο είναι ομαδικό άθλημα που παίζεται ανάμεσα σε δύο ομάδες των 11 παικτών με μία σφαιρική μπάλα. Ο ποδοσφαιρικός αγώνας διεξάγεται σε ένα ορθογώνιο γήπεδο με φυσικό ή τεχνητό χλοοτάπητα πράσινου χρώματος και ένα μεταλλικό πλαίσιο στο μέσο κάθε μιας από τις στενές πλευρές, το «τέρμα». Σκοπός κάθε ομάδας είναι να οδηγήσει τη μπάλα στο αντίπαλο τέρμα, δηλαδή «να βάλει γκολ» (από την αγγλική λέξη goal που σημαίνει σκοπός) ή «να σκοράρει», όπως λέγεται στην ειδική ποδοσφαιρική γλώσσα. Οι παίκτες χειρίζονται τη μπάλα κυρίως με τα πόδια, αλλά και με τον κορμό ή το κεφάλι. Η ομάδα που θα επιτύχει τα περισσότερα γκολ ως το τέλος του παιχνιδιού κερδίζει τον αγώνα, ενώ αν καμία ομάδα δεν σκοράρει (η γνωστή ως «λευκή ισοπαλία», 0-0) ή και οι δύο ομάδες καταλήξουν στο τέλος του παιχνιδιού με τον ίδιο αριθμό γκολ σε σκορ, τότε το παιχνίδι λήγει ισόπαλο.

Το ποδόσφαιρο είναι σήμερα το πιο δημοφιλές άθλημα στον κόσμο. Στις αρχές του 21ου αιώνα ασχολούνταν με αυτό περισσότεροι από 250 εκατομμύρια αθλητές σε περισσότερα από 200 κράτη.[2] Το ποδοσφαιρικό παιχνίδι παίζεται σε διάφορα επίπεδα, από φιλικό, με λιγότερους ή περισσότερους από έντεκα παίκτες, παιδιά ή ενήλικες, σε ένα οποιουδήποτε μεγέθους γήπεδο, με δύο τυχαία αντικείμενα για τη σήμανση του τέρματος, έως επαγγελματικό, με επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, αυστηρή τήρηση των κανονισμών και περισσότερους από 100.000 ενθουσιώδεις θεατές να παρακολουθούν σε ειδική ποδοσφαιρική αρένα υψηλών τεχνικών προδιαγραφών. Ανώτατη οργανωτική αρχή του ποδοσφαίρου είναι η FIFA (FIFA - Fédération Internationale de Football Association), η οποία διεξάγει την κορυφαία ποδοσφαιρική διοργάνωση, το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου, κάθε τέσσερα χρόνια.

Το ποδοσφαιρικό παιχνίδι βασίζεται σε ένα σύνολο κανόνων, που είναι γνωστοί ως Κανόνες Παιχνιδιού, και παίζεται με τη χρήση μιας φουσκωμένης ελαστικής σφαίρας, της μπάλας ποδοσφαίρου. Με στρίψιμο κέρματος από πριν την έναρξη του αγώνα αποφασίζεται σε ποια πλευρά του γηπέδου θα εγκαταστήσει την εστία της κάθε ομάδα και ποια θα εκτελέσει το εναρκτήριο λάκτισμα. Κατά τη διάρκεια του αγώνα, κάθε ομάδα προσπαθεί να οδηγήσει τη μπάλα στην εστία της αντίπαλης, που ορίζεται από το «τέρμα» σε καθεμιά από τις στενές πλευρές του γηπέδου και φυλάσσεται από συγκεκριμένο παίκτη, τον τερματοφύλακα. Εφόσον ολόκληρη η μπάλα περάσει πίσω από τη γραμμή, ανάμεσα από τα δύο κατακόρυφα και το οριζόντιο δοκάρι του αντίπαλου τέρματος, και εφόσον δεν έχει προηγηθεί κάποια παράβαση από την επιτιθέμενη ομάδα, τότε η ομάδα αυτή θεωρείται ότι σημείωσε «γκολ» ή «τέρμα».[13] Αν από λάθος κατά τη διαδικασία απόκρουσης παίκτης της αμυνόμενης ομάδας στείλει ο ίδιος τη μπάλα στο τέρμα, τότε θεωρείται και πάλι ότι σημειώθηκε γκολ υπέρ της επιτιθέμενης ομάδας («αυτογκόλ»). Η ομάδα που έχει πετύχει τα περισσότερα τέρματα στο τέλος του παιχνιδιού είναι η νικήτρια. Σε περίπτωση ίσου αριθμού γκολ, το παιχνίδι λήγει ισόπαλο ή οδηγείται στην παράταση ή / και στα πέναλτι, ανάλογα με τη διαδικασία που προβλέπεται στη διοργάνωση. Στα περισσότερα επαγγελματικά παιχνίδια σημειώνονται μόνο μερικά γκολ. Στην αγγλική Πρέμιερ Λιγκ, για παράδειγμα, την περίοδο 2005-06 ο μέσος όρος γκολ ανά αγώνα ήταν 2,48.[14]

Οι επιτιθέμενοι ποδοσφαιριστές προσπαθούν να δημιουργήσουν ευκαιρίες για γκολ μέσω επιδέξιων ατομικών ελιγμών αποφυγής του αντιπάλου (ντρίμπλα), μεταβίβασης της μπάλας σε συμπαίκτη (πάσα) και βολής προς το τέρμα (σουτ). Οι αμυνόμενοι ποδοσφαιριστές προσπαθούν να ανακτήσουν τον έλεγχο της μπάλας είτε ανακόπτοντας μια πάσα είτε διεκδικώντας τη μπάλα από τον αντίπαλο ποδοσφαιριστή (τάκλιν). Η φυσική επαφή μεταξύ των αντιπάλων είναι περιορισμένη. Θεμελιώδης κανόνας του ποδοσφαίρου είναι ότι κανένας παίκτης, εκτός από τον τερματοφύλακα, δεν μπορεί να χειριστεί σκόπιμα τη μπάλα με τα άνω άκρα του, από τον ώμο ως την άκρη των δακτύλων, κατά τη διάρκεια του αγώνα μέσα στον αγωνιστικό χώρο.[15] Ο τερματοφύλακας επιτρέπεται να χειριστεί τη μπάλα με τα χέρια του εφόσον βρίσκεται μέσα στην μεγάλη περιοχή μπροστά από τη δική του εστία. Οι άλλοι παίκτες μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα χέρια τους μόνο για την επαναφορά της μπάλας στον αγωνιστικό χώρο (εκτέλεση «πλάγιου άουτ»). Παρά το γεγονός ότι οι παίκτες χρησιμοποιούν συνήθως τα πόδια τους για να κυκλοφορήσουν τη μπάλα στο αγωνιστικό χώρο, χρησιμοποιούν περιστασιακά και το κεφάλι («κεφαλιά» με το μέτωπο), το στήθος ή άλλο μέλος του σώματος.[16] Όλοι οι ποδοσφαιριστές είναι ελεύθεροι να κινούνται σε ολόκληρο τον αγωνιστικό χώρο και να παίζουν τη μπάλα προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, αρκεί ένας επιτιθέμενος παίκτης να μην βρίσκεται κοντά στο αντίπαλο τέρμα όταν λάβει τη μπάλα έχοντας μόνο τον αμυνόμενο τερματοφύλακα μεταξύ του ιδίου και του τέρματος («θέση οφσάιντ»).[17] Το παιχνίδι έχει γενικά ελεύθερη ροή, που σταματά μόνο όταν η μπάλα περάσει έξω από τον αγωνιστικό χώρο ή όταν διακοπεί από τον διαιτητή λόγω παράβασης των κανόνων. Μετά από διακοπή, το παιχνίδι ξαναρχίζει με ένα συγκεκριμένο τρόπο επανεκκίνησης.[18]

Αν και οι Κανόνες Παιχνιδιού δεν καθορίζουν τις θέσεις των ποδοσφαιριστών στο γήπεδο εκτός από τη θέση του τερματοφύλακα,[19] οι ποδοσφαιριστές συνήθως κατατάσσονται σε τρεις κύριες κατηγορίες, ανάλογα με τις συγκεκριμένες θέσεις στις οποίες συνήθως αγωνίζονται: επιθετικοί (με κύριο στόχο την επίτευξη γκολ), αμυντικοί (που ειδικεύονται στην αποτροπή τερμάτων από τους αντιπάλους) και στους μέσους, με κύριο καθήκον να διατηρήσουν την κατοχή της μπάλας, να παίρνουν την μπάλα από τους αμυντικούς και να την προωθούν στους επιθετικούς της ομάδας τους. Οι θέσεις αυτές εξειδικεύονται περαιτέρω ανάλογα με το σημείο στο οποίο είναι τοποθετημένος κάθε ποδοσφαιριστής. Για παράδειγμα, υπάρχουν κεντρικοί αμυντικοί και αριστερός ή δεξιός ακραίος μέσος. Οι δέκα ποδοσφαιριστές στις θέσεις αυτές μπορούν να διατάσσονται σε οποιοδήποτε συνδυασμό. Ο αριθμός των ποδοσφαιριστών σε κάθε θέση καθορίζει τη στρατηγική κάθε ομάδας. Περισσότεροι επιθετικοί και λιγότεροι αμυντικοί δημιουργούν ένα πιο επιθετικό παιχνίδι, ενώ το αντίθετο δημιουργεί ένα πιο αμυντικό στυλ παιχνιδιού. Η διάταξη των ποδοσφαιριστών μιας ομάδας είναι γνωστή σαν σύστημα ποδοσφαίρου και είναι συνήθως ευθύνη του προπονητή της ομάδας.[20] Σε κάθε ομάδα υπάρχει ένας ποδοσφαιριστής σε ρόλο αρχηγού, με μόνες ιδιαίτερες αρμοδιότητές του, σύμφωνα με τους Κανόνες του Παιχνιδιού, τη συμμετοχή στην κλήρωση πριν από το εναρκτήριο λάκτισμα ή το πέναλτι και κάποιο βαθμό ευθύνης για τη συμπεριφορά της ομάδας του μέσα στο γήπεδο.

 

 

Η συμπεριφορά των οπαδών των ποδοσφαιρικών ομάδων αποτελεί μια διάσταση του ποδοσφαιρικού πολιτισμού. Οι οπαδοί μιας ομάδας μπορεί να είναι οργανωμένοι σε ειδικούς συνδέσμους φιλάθλων, να διοργανώνουν διάφορες εκδηλώσεις στις κερκίδες κατά τη διάρκεια αγώνων, αλλά και πριν και μετά από αυτούς, να τοποθετούν πανό στις κερκίδες,[103] να φοράνε φανέλες και κασκόλ της ομάδας τους,[104] να τραγουδούν ή να φωνάζουν συνθήματα για να ενθαρρύνουν την ομάδα τους, να προσβάλλουν τους αντιπάλους ή απλά να κάνουν θόρυβο.[105] Σε τέτοιες εκδηλώσεις δεν είναι σπάνια τα ρατσιστικά φαινόμενα, τα οποία οι διοικητικές αρχές του ποδοσφαίρου προσπαθούν να αντιμετωπίσουν.[106] Η FIFA, η UEFA και η Ευρωπαϊκή Ένωση υποστηρίζουν την εκστρατεία ενάντια στο ρατσισμό στην Ευρώπη (Football Against Racism in Europe-FARE) στοχεύοντας στην εξάλειψη του φαινομένου.[107] Το πάθος με το οποίο οι οπαδοί υποστηρίζουν τις ποδοσφαιρικές ομάδες σε μερικές περιπτώσεις οδηγεί σε επιθετικές συμπεριφορές και βίαιες συγκρούσεις μεταξύ οπαδών. Υπάρχουν περιπτώσεις με συνδέσμους φιλάθλων που έχουν εκφυλιστεί σε οργανωμένες συμμορίες και αναζητούν βίαιες συγκρούσεις με αντίπαλες συμμορίες οπαδών. Η συμπεριφορά αυτή έγινε γνωστή σαν «English Disease» μετά τις καταστροφές που προκάλεσαν οι Άγγλοι οπαδοί σε ταξίδια στο εξωτερικό για να υποστηρίξουν είτε τις ομάδες τους είτε την Εθνική Αγγλίας τις δεκαετίας του 1970 και 1980.[108] Το φαινόμενο αυτό είναι γενικότερα γνωστό σαν χουλιγκανισμός. Η βία μεταξύ των οπαδών κυμαίνεται από μικρές αψιμαχίες μέχρι πολέμους που καταλήγουν σε τραγωδίες (όπως η τραγωδία του Χέιζελ). Οι τρεις προκριματικοί αγώνες μεταξύ τους για το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου 1970 θεωρούνται ευρέως ότι ήταν η αφορμή για τον πόλεμο του ποδοσφαίρου τον Ιούνιο του 1969 μεταξύ του Ελ Σαλβαδόρ και της Ονδούρας.[94]

Leave a Reply