Updated on 30 Απριλίου, 2026
Μαθιός Πόταγας: Το αδούλωτο φρόνημα συντρίβει τη σιδερόφραχτη στρατιά (ΤΣΙΡΑΜΠΙΔΟΥ)

Οι περισσότεροι στην Ελλάδα νομίζουμε πως η πρώτη αντιστασιακή πράξη ενάντια στη γερμανική κατοχή υπήρξε το κατέβασμα της σβάστικας από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης στις 30 Μαΐου 1941 από τους δυο φοιτητές, Γλέζο και Σάντα. Τους πρόλαβε, ωστόσο, ένας νεαρότερος άτρομος Έλληνας, μια αληθινά ωραία και ηρωική ψυχή.
Ο Μαθιός Πόταγας, μαθητής της Ε΄ γυμνασίου στη Βαρβάκειο σχολή, διαμένει στην Αθήνα, αλλά αυτές τις μέρες βρίσκεται στη γενέτειρά του, τη Βυτίνα Αρκαδίας. Η εφηβική του καρδιά εδώ και μήνες, εδώ και χρόνια ζει τον παγκόσμιο χαλασμό και πάλλεται αγωνιστικά. Παλεύει εντός του με γνήσιο ελληνικό τρόπο. Όσα μαθαίνει στα σχολικά βιβλία για ήρωες τώρα νιώθει πως ξαναζωντανεύουν γύρω του με όσα θαυμαστά ακούει πως πραγματοποιήθηκαν από τους Έλληνες φαντάρους στα βουνά της Πίνδου. Αισθάνεται όμως πως και στις δικές του φλέβες κυλά το αίμα των ηρώων εκείνων που μάχονται μέσα στο διάβα των αιώνων για την ελευθερία και την αξιοπρέπεια της Ελλάδας. Δεν αντέχει ούτε καν στην ιδέα της υποδούλωσης. Ποικίλες σκέψεις περνούν από το μυαλό του, καθώς οι εξελίξεις τρέχουν.
Η Μεραρχία «Αδόλφος Χίτλερ», η καλύτερη μεραρχία αρμάτων μάχης της Γερμανίας συμμετέχει στην εισβολή εναντίον της Ελλάδας. Τώρα προχωρά προς τη δυτική Ελλάδα. Φθάνει στην Αιτωλοακαρνανία και πορεύεται προς Καλαμάτα με στόχο να εμποδίσει τα στρατεύματα που θα έφευγαν για τη Μέση Ανατολή. Ένα τμήμα της μεραρχίας ξεκινά από την Πύλο για την κατάληψη της Τρίπολης. Ο δημόσιος δρόμος περνά έξω από τη Βυτίνα…
2 Μαΐου 1941. Ο 17χρονος πληροφορείται πως τα άρματα μάχης των ναζί θα περάσουν δίπλα από το χωριό του. Όλο το είναι του αντιδρά. Κάπως πρέπει να χτυπήσει τη γερμανική φάλαγγα. Είναι δεινός σκοπευτής. Να πάρει το όπλο του πατέρα του; Να επιχειρήσει ανατίναξη της γέφυρας; Τι να κάνει;
Σύμφωνα με μια εκδοχή ο Πόταγας άδειασε το όπλο του εναντίον των γερμανικών μηχανοκίνητων. «Κατάμονος, μόνος χωρίς να είναι οργανωμένος πουθενά, ούτε είχε παρέα, πήρε το πιστόλι του πατέρα του, το γέμισε και πήγε στη θέση Κουτρουμπή». Σύμφωνα όμως με την αδελφή του Μαθιού, αλλά και με βάση σχετικές έρευνες του Γλέζου, δεν χρησιμοποίησε τελικά το όπλο. Δεν εφάρμοσε την πρώτη σκέψη. Δε χτύπησε κανέναν. Δεν πήγε να σκοτώσει έναν – δυο Γερμανούς. Ήθελε να δηλώσει σταθερά κι αμετάκλητα, επίσημα και σοβαρά την άρνηση υποδούλωσης. Και γι’ αυτό ήταν διατεθειμένος να προσφέρει την ίδια του τη ζωή.
Πετάγεται, λοιπόν, άοπλος μπροστά στους θηριώδεις κατακτητές. Υψώνει το χέρι του. Ο Μαθιός λεβέντικα και άφοβα τους φωνάζει: «Σταθείτε, δεν θα μας σκλαβώσετε! Θα μας πεινάσετε, θα μας κάψετε, θα μας σκοτώσετε, αλλά δεν θα μας νικήσετε. Είμαι εδώ μόνος, αλλά ολόκληρη η Ελλάδα ακολουθεί.»
Ο γερμανός έκπληκτος ζητά από το διερμηνέα να μάθει τι λέει ο νεαρός. Εντυπωσιάζεται, αλλά και εξοργίζεται. Καταλαβαίνει πολύ καλά τη σοβαρότητα των λόγων του, αλλά και την ισχύ κάθε τέτοιας ελληνικής καρδιάς. Γι’ αυτό και σπεύδει με το αυτόματό του να τον εξοντώσει. Το θηρίο όμως δεν αρκείται στην απλή θανάτωση μιας τέτοιας γενναίας καρδιάς. Αναγνωρίζει την αλήθεια αλλά και τον κίνδυνο που κρύβουν τα λόγια του νεαρού Έλληνα. Τον ενοχλεί αφόρητα ο αδούλωτος νους. Γι’ αυτό και δίνει εντολή να πολτοποιήσουν μ’ έναν ογκόλιθο το κεφάλι του νεκρού Ματθαίου.
Φοβήθηκε ο τύραννος ένα νεαρό παιδί το οποίο δε δίστασε να υψώσει το ανάστημά του στο περιβόητο Γ΄ Ράιχ και το στρατό του, τη στιγμή που ολόκληροι εθνικοί στρατοί άλλων χωρών έσκυβαν δουλικά το κεφάλι. Εδώ συνάντησε φρόνημα πρωτόγνωρα γενναίο. Τον τάραξε το αετίσιο βλέμμα του Έλληνα. Και τόσο ήταν το μίσος του ενάντια σε κάθε ύπαρξη με ελεύθερη σκέψη κι εθνική υπερηφάνεια που βάλθηκε να λιώσει το μυαλό του, ακόμα κι αν ήταν νεκρός. Ή μάλλον ήταν πολύ δικαιολογημένη η λύσσα και η φοβία του, γιατί όντως και νεκροί οι ήρωες μας εμπνέουν. Ναι, με το θάνατό τους οι όντως ελεύθεροι συμπατριώτες μας περισσότερο μας πυροδοτούν στον αγώνα της λευτεριάς.
Οι κατακτητές νόμιζαν πως με τις αγριότητές τους θα μπορούσαν να ακυρώσουν αυτό το ελεύθερο φρόνημα των Ελλήνων. Γιατί σ’ εκείνο το συναπάντημα ο Μαθιός ενεργούσε στο όνομα ενός ολόκληρου λαού. Έτσι κινήθηκε. Ο ίδιος δεν αισθάνθηκε πως κάνει κάτι το ξεχωριστό, δεν έδρασε σαν άτομο, αλλά ως συνέχεια σ’ αυτό το ιερό ποτάμι των Ελλήνων ηρώων με την ίδια ηθική πίστη. Μάλλον ο γερμανός αξιωματικός αντιλήφθηκε πολύ καλύτερα το μέγεθος των λόγων αυτού του μοναχικού αγοριού. Κατάλαβε το βάρος που είχε η προειδοποίησή του και ξέσπασε με τόσο απάνθρωπο μένος στο άψυχο πτώμα, δίχως ίχνος σεβασμού προς το νεκρό. Πραγματικά εκείνο το μαγιάτικο μεσημέρι ο Πόταγας φαινόταν μόνος του, ένα τολμηρό γυμνασιόπαιδο με απερίσκεπτο για κάποιους ζήλο, με το παράτολμο θάρρος της νιότης. Η αλήθεια όμως είναι πως το παλικάρι εκείνη τη στιγμή σήκωνε στους ώμους του μια ολόκληρη ιστορία χιλιετηρίδων.
Βαριά κληρονομιά μας άφησες με την αυτοθυσία σου, Ματθαίε. Με τη στάση σου απέναντι στο γερμανό κατακτητή στέκεις ένας υπέροχος οδοδείκτης για το σήμερα. Τότε τα λόγια σου λειτούργησαν σαν προφητεία και απειλή μαζί. Και βγήκαν αληθινά. Μακάρι να βρούμε και σήμερα την ψυχική δύναμη και το ανάλογο ήθος για να τα προφέρουμε ξανά και μαζί να προσφέρουμε στην Ελλάδα μας το καλύτερο κομμάτι της ύπαρξής μας. Σαν κι εσένα.
Αγγελική Τσιραμπίδου, φιλόλογος
