Loading...

Ο ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ

Ήμουνα κι εγώ στο Ναβαρίνο, εδώ που αρχίσαμε και δεν τελειώνουμε, μωρέ παιδιά! Ήμουνα στο Ναβαρίνο και πολέμησα κι εγώ με την τρεχαντήρα μου, Θιος σχωρέσ’ τηνε βούλιαξε και χάθηκε, μα δεν ξαπλώθηκε στον άμμο να λιαστεί σαν γαϊδουροκοκάλα. Ήμουνα στο Ναβαρίνο! έλεγε ο καπετάν Καλούμας.

Φορτώσαμε κρεμμύδι από τα Βάτικα. Τρεις μέρες χωρίς άνεμο μια θάλασσα πανάγαθη, που να τη βλαστημάς. Ο ναύτης προτιμάει την κακοσύνη της από μια τέτοια νεκρομάρα. Κι ως πότε θα βαστούσε; Κάτι θα 'κρυβε και κάπου θα ξεσπούσε τέτοια της φύσης αποκάρωση. Ξέσπασε στο Ναβαρίνο!

Τρεις μέρες άσειστοι σαν καρφωμένοι στα νερά. Τη νυχτα έν' αγεράκι ξέψυχο μας μετατόπιζε λιγάκι, για να σβήσει στα πανιά μας την αυγή. Κι είχαμε το φόβο από τους Τούρκους που τριγύριζαν. Την τρίτη αυγή βρεθήκαμε όξω από το Ναβαρίνο.

Αντίκρυ μας ένας θεόρατος τριπόντες, με σημαία τούρκικη, μας έβλεπε και τόνε βλέπαμε κι εμείς. 'Ασειστοι κι οι δυο σαν απολιθωμένοι. Κατά το μεσημέρι ήρθαν απάνου μας τρεις βάρκες αρματωμένες κι έτοιμες. Σήκωσα την ιονική σημαία, έδιωξα τους ναύτες στο γιαλό με το βαρκάκι κι έμεινα μοναχός. Δεν άφηνα γω την τρεχαντήρα μου! Με τραβήξανε στο λιμάνι και μ' έδεσαν ανάμεσα σε δύο άλλα τούρκικα αραγμένα. Δε με πείραξαν, τη σημαία μονάχα μου πήραν. Και μ' αφήσανε να περιμένω την τύχη μου. Γέροντας, υπομονετικός - και περίμενα.

Κι ήβρα την ώρα τη μεγάλη! Πόσες μέρες πέρασαν;... Οι στόλοι είχανε μπει στο κορφολίμανο. Το πρώτο κανόνι έπεφτε, και τότε εγώ, μες στ' αντάρεμα» των όλων, έλυσα τα παλαμάρια, έριξα την αλυσίδα στο νερό, άπλωσα το πανί, έδεσα το τιμόνι ασάλευτο κι άφησα το καΐκι να κυβερνηθεί. Χωμένος στο σωρό των κρεμμυδιών αγνάντευα τον πόλεμο. Aπόγειο φύσαγε, κι η τρεχαντήρα τραβούσε κατά την αγγλική τη ναυαρχίδα. Την έφτασε και τη φοβέριζε. Φωνές κακό από τη ναυαρχίδα. Με πήρανε για πυρπολικό! Μια κανονιά μου σήκωσε στον αέρα το μισό κρεμμύδι κι εγώ δεν το κουνούσα!

Πέρασε στ’ απάνεμο, κι η τρεχαντήρα έστριψε σαν να 'νιωσε τα δύσκολα. Τήραξε όμως! Έβαλε πλώρη απάνου στα πολεμικά τα γαλλικά. Εκεί, κανόνι πάλι! Μια μπάλα ήρθε κι έσπασε μες στα κρεμμύδια και τα 'καμε ν' αναπηδήσουν και να μ' αποσκεπάσουν έκαμαν καλά! Δεύτερο κανόνι άρπαξε το μισό κατάρτι στο πρυμιό. 'Αλλο χτύπησε την τρεχαντήρα στο μάγουλο! Τότε η τρεχαντήρα τα χρειάστηκε... Μες στην απελπισιά της, κάνει ανάστροφα σαν να κρατούσε το τιμόνι χέρι δυνατό, και κάνει πλώρη ίσα κατά τον τουρκικό στόλο. Οι Γάλλοι πάψαν τις φωνές.

Στο βάθος τώρα ένα βουνό καράβι καίονταν. Ήταν εκείνο που μας έπιασε. Η τρεχαντήρα τράβηξε ίσα καταπάνου του! Πήδησα στο νερό και βγήκα κολυμπώντας. Από κει πια δεν αγνάντευα τον πόλεμο: έκλαιγα τα κρεμμύδια και την τρεχαντήρα. Γιατί πήγε, η παλαβή, και κόλλησε ίσα στ' αναμμένο και πήρε φωτιά κι αυτή. Κι άναψε το κρεμμύδι και φλόμωσε τον ουρανό. Οι Τούρκοι όμως χαθήκανε. Και το κρεμμύδι που ψηνότανε γίνηκε νεκρολίβανό τους.

Γιάννης Βλαχογιάννης

Στους πολέμους δε συμβαίνουν μόνο ηρωικά κατορθώματα αλλά και κάποια κωμικοτραγικά περιστατικά. Ένα τέτοιο περιστατικό, που έγινε στη ναυμαχία του Ναβαρίνου, περιγράφει ο Γιάννης Βλαχογιάννης.

Leave a Reply