Συγγνώμη και αποζημιώσεις
Σε μεγάλο βαθμό, η δύσκολη πολιτική των απολογιών αφορά ιστορικές αδικίες που διαπράχθηκαν κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Γερμανία έχει πληρώσει δισεκατομμύρια δολάρια σε αποζημιώσεις για το Ολοκαύτωμα, με τη μορφή πληρωμών σε άτομα που επιβίωσαν και στο κράτος του Ισραήλ. Στα χρόνια που μεσολάβησαν, οι πολιτικοί ηγέτες της Γερμανίας έχουν ζητήσει δημόσια συγγνώμη αναλαμβάνοντας την ευθύνη για το ναζιστικό παρελθόν σε ποικίλους βαθμούς. Σε μια ομιλία του στην ομοσπονδιακή βουλή το 1951, ο Γερμανός καγκελάριος Κόνραντ Αντενάουερ ισχυρίστηκε ότι «η συντριπτική πλειονότητα του γερμανικού λαού ένιωθε αποστροφή για τα εγκλήματα που διαπράττονταν κατά των Εβραίων και δεν συμμετείχε σε αυτά». Αναγνώρισε όμως ότι «απερίγραπτα εγκλήματα έχουν διαπραχθεί στο όνομα του γερμανικού λαού, και απαιτούν ηθική και υλική αποκατάσταση». Το 2000, ο Γερμανός πρόεδρος Johannes Ray απολογήθηκε για το Ολοκαύτωμα σε μια ομιλία του στην ισραηλινή Κνεσσέτ, ζητώντας «συγγνώμη για ό,τι έκαναν οι Γερμανοί».

Η Ιαπωνία δεν ζήτησε το ίδιο πρόθυμα συγγνώμη για τα πολεμικά της εγκλήματα. Τις δεκαετίες του '30 και του '40, δεκάδες χιλιάδες Κορεάτισσες και άλλες Ασιάτισσες γυναίκες και κορίτσια οδηγήθηκαν με τη βία σε πορνεία και έγιναν σεξουαλικές σκλάβες των Ιαπώνων στρατιωτών. Από τη δεκαετία του '90, η Ιαπωνία δέχεται αυξανόμενες διεθνείς πιέσεις για να ζητήσει επίσημα συγγνώμη και να αποζημιώσει τις λεγόμενες «γυναίκες της εκτόνωσης». Τη δεκαετία του '90, ένα ιδιωτικό ίδρυμα προσέφερε χρηματικές αποζημιώσεις στα θύματα, και Ιάπωνες ηγέτες ζήτησαν μια μερική συγγνώμη. Αλλά ακόμη και το 2007, ο Ιάπωνας πρωθυπουργός Shinzo Abe επέμεινε ότι ο ιαπωνικός στρατός δεν ήταν υπεύθυνος για τη σεξουαλική σκλαβιά των γυναικών. Το Κογκρέσο των ΗΠΑ απάντησε με ένα φήφισμά του το οποίο ζητούσε από την ιαπωνική κυβέρνηση να αναγνωρίσει επίσημα τον ρόλο του στρατού της στην υποδούλωση των γυναικών της εκτόνωσης και να απολογηθεί γι' αυτόν.

Άλλες συναφείς αντιπαραθέσεις αφορούν ιστορικές αδικίες σε βάρος των ιθαγενών λαών. Στην Αυστραλία, τα τελευταία χρόνια μαίνεται μια διαμάχη για τις υποχρεώσεις της κυβέρνησης προς τους ιθαγενείς λαούς. Από τη δεκαετία του 1910 ώς τις αρχές του 1970, φυλετικά ανάμεικτα παιδιά των Αβορίγινων χωρίστηκαν διά της βίας από τις μητέρες τους και εγκαταστάθηκαν σε οικογένειες λευκών θετών γονέων ή σε καταυλισμούς. (Στις περισσότερες από αυτές τις περιπτώσεις, οι μητέρες ήταν Αβορίγινες και οι γονείς λευκοί.) Η πολιτική αυτή επεδίωκε την αφομοίωση των παιδιών στη λευκή κοινωνία και την ταχύτερη εξαφάνιση της κουλτούρας Το 1997, μια επιτροπή ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Αυστραλία παρουσίασε με τεκμήρια τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν σε βάρος της «κλεμμένης γενιάς» των Αβορίγινων και συνέστησε την καθιέρωση μιας ετήσιας μέρας εθνικής συγγνώμης. Ο John Howard, που ήταν πρωθυπουργός την εποχή εκείνη, αντιτάχθηκε στην επίσημη συγγνώμη. Το ζήτημα της συγγνώμης έγινε αντικείμενο αντιπαραθέσεων στην πολιτική ζωή της Αυστραλίας. Το 2008, ο νεοεκλεγείς πρωθυπουργός Kevin Rudd απηύθυνε μια επίσημη συγγνώμη προς τους Αβορίγινες λαούς. Αν και δεν προσέφερε ατομικές αποζημιώσεις, υποσχέθηκε μέτρα για την αντιμετώπιση των κοινωνικών και οικονομικών δεινών που υπέστη ο ιθαγενής πληθυσμός της Αυστραλίας.

Θα πρέπει να εξιλεωνόμαστε για αμαρτίες των προγόνων;
Θα ήθελα, όμως, να εστιάσω σε ένα άλλο επιχείρημα που προβάλλεται συχνά από αντιπάλους των απολογιών για ιστορικές αδικίες - ένα επιχείρημα επί της αρχής που δεν εξαρτάται από τις συγκυρίες της κατάστασης. Πρόκειται για το επιχείρημα ότι οι άνθρωποι της σύγχρονης γενιάς δεν θα πρέπει -στην πραγματικότητα, δεν μπορούν- να ζητήσουν συγγνώμη για εγκλήματα που διέπραξαν παρελθούσες γενιές. Όταν ζητάει κανείς συγγνώμη για μια αδικία, αναλαμβάνει, σε τελική ανάλυση, την ευθύνη για αυτή. Δεν μπορείς να ζητήσεις συγγνώμη για κάτι που δεν έκανες. Συνεπώς, πως μπορείς να ζητήσεις συγγνώμη για κάτι που έγινε πριν γεννηθείς;
