Πολιορκία της Βιέννης από τους Τούρκους 1529

Πολιορκία της Βιέννης από τους Τούρκους 1529

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453) , οι Οθωμανοί Τούρκοι κατέλαβαν τον Μυστρά, την Τραπεζούντα και πολλά νησιά του Αιγαίου. Το 1520 έγινε βασιλιάς ο Σουλτάνος Σουλεϊμαν. Το 1521 κατέλαβε το Βελιγράδι και το 1522 κατέλαβε και την Ρόδο. Αργότερα (1526) επιτέθηκαν και στο βασίλειο της Ουγγαρίας, που χωρίστηκε σε τρία μέρη .
Τρία χρόνια μετά (1529) ο Σουλεϊμαν έφτασε στην Βούδα της Ουγγαρίας , την οποία πήρε …

Circular map of Vienna, with St. Stephen's Cathedral at the centre.

Εικόνα της πολιορκημένης Βιέννης.
Η Βιέννη στη μέση, γύρω γύρω το στρατόπεδο των Τούρκων.

Ο επόμενος προορισμός του ήταν η Βιέννη. Στις 21 Σεπτεμβρίου 1529 έφτασαν στην Βιέννη , ο στρατός των Οθωμανών ήταν πολύ πιο πολύς και πιο ενισχυμένος. Ο Φερδινάνδος κάλεσε βοήθεια από τον αδερφό του τον Κάρολο Ε’, όμως εκείνος βρισκόταν σε πόλεμο με την Γαλλία οπότε δεν μπορούσε να στείλει βοήθεια. Τελικά μετά από αυτήν την προσπάθεια ο Σουλτάνος Σουλεϊμαν δεν κατάφερε να την κυριεύσει.

Η Ελληνική Επανάσταση

1821 – 1832: Η Ελληνική Επανάσταση

Η Ελληνική Επανάσταση ξεκίνησε το 1821 όταν επαναστατημένοι Έλληνες έκαναν ένοπλη εξέγερση εναντίον του οθωμανικού στρατού με σκοπό να απελευθερωθεί η Ελλάδα από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και να αποτελέσει η Ελλάδα ανεξάρτητο κράτος. Πολλοί από τους ήρωες αυτής της επανάστασης είναι γνωστοί ακόμη και σήμερα, 200 χρόνια μετά.

Η Μαντώ Μαυρογένους ήταν Ελληνίδα αγωνίστρια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Για την συνολική της προσφορά στον αγώνα, τιμήθηκε από την Ελληνική Πολιτεία με τον βαθμό της Αντιστρατήγου. Ήταν μία από τις πιο σημαντικές αγωνίστριες της επανάστασης του 1821 και ήταν πλούσιας οικογενείας. Με τα λεφτά της βοήθησε πολλές φορές τον Ελληνικό στρατό, πράγμα δύσκολο για μια γυναίκα εκείνη την εποχή.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ήταν Έλληνας αρχιστράτηγος και ηγετική μορφή της Επανάστασης του 1821, οπλαρχηγός, και Σύμβουλος της Επικρατείας. Απέκτησε το προσωνύμιο Γέρος του Μοριά. Μετά θάνατον τιμήθηκε από την Ελληνική Πολιτεία με τον βαθμό του Στρατάρχη. Πρωταγωνίστησε σε πολλές στρατιωτικές επιχειρήσεις του Αγώνα, όπως στη νίκη στο Βαλτέτσι και στην άλωση της Τριπολιτσάς, στις 23 Σεπτεμβρίου του 1821. Ως το τέλος της Επανάστασης, ο Κολοκοτρώνης συνέχισε να διαδραματίζει ενεργό ρόλο στα στρατιωτικά και πολιτικά πράγματα της εποχής. Πέθανε στις 4 Φεβρουαρίου 1843 το πρωί, από εγκεφαλικό επεισόδιο, έχοντας επιστρέψει από γλέντι στα βασιλικά ανάκτορα, όπου τα τελευταία χρόνια ήταν υπασπιστής του Όθωνα. Σήμερα, στην Τρίπολη, μπορείς να επισκεφτείς το σπίτι του, να δεις τα σπαθιά του και το δωμάτιό του.

Τα «Ορλωφικά», η πρώτη ελληνική επανάσταση

Η Ρωσία ήταν ο βασικός αντίπαλος των Οθωμανών με στόχο τη διάλυση της οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Τα «Ορλοφικά» ήταν μία από τις εξεγέρσεις των υποδουλωμένων Ελλήνων, στην Πελοπόννησο, πριν από τη μεγάλη Επανάσταση του ‘21. Ονομάστηκε έτσι, επειδή σχεδιάστηκε από τα αδέλφια Αλέξιο και Θεόδωρο Ορλόφ, κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1768 - 1774.

Ο Αλέξιος Ορλόφ ανέλαβε τη διοίκηση του ρωσικού σώματος, ενώ στις 28 Φεβρουαρίου του 1770 ο αδελφός του Θεόδωρος έφτασε στη Μάνη, όπου ξεκίνησε την επανάσταση. Οι επαναστάτες κατέλαβαν το Μιστρά, όπου και όρισαν προσωρινή κυβέρνηση υπό τον Νικόλαο Ψαρό. Οι αρχικές επιτυχίες οδήγησαν σε επανάσταση κι άλλες περιοχές της Ελλάδας, όπως την Ήπειρο, την υπόλοιπη Πελοπόννησο και την Κρήτη.

Η τελική σύγκρουση, που αποτέλεσε και το τέλος της επανάστασης, στα Τρίκορφα, στις 29 Μαρτίου με νίκη των Τούρκων και μεγάλη σφαγή 3000 Ελλήνων. Οι Ρώσοι επιβιβάσθηκαν στα πλοία και εγκατέλειψαν την Πελοπόννησο.

1832: Η Ελλάδα γίνεται ανεξάρτητο κράτος

1832: Η Ελλάδα γίνεται ανεξάρτητο κράτος

Στις 21 Ιουλίου 1832 υπογράφτηκε η συνθήκη της Κωνσταντινούπολης (αλλιώς και «Τελικός Διακανονισμός της Κωνσταντινούπολης», «Κάλενταρ Κιόσκ») μεταξύ της Ελλάδας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με την οποία η δεύτερη αποδεχόταν τη δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους με συγκεκριμένη οριοθέτηση.

Με τη συνθήκη αυτή τα σύνορα του ελληνικού κράτους επεκτάθηκαν στη γραμμή Αμβρακικού - Παγασητικού κόλπου, ενώ με τη Συνθήκη του Λονδίνου το 1830 τα σύνορα ήταν στη γραμμή Αχελώου – Σπερχειού ποτάμου. Με το 6ο και τελευταίο Πρωτόκολλο του Λονδίνου (Αύγουστος 1832) η περιοχή της Λαμίας (τότε «Ζητούνι»), την οποία διεκδικούσε η Τουρκία καθώς δεν είχε ελευθερωθεί από ελληνικά όπλα, δόθηκε στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα, δόθηκε το ποσό των σαράντα εκατομμυρίων γροσίων ως αποζημίωση προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενώ απορρίφθηκε το αίτημα Σαμιωτών και Κρητικών να ενταχθούν στο ελληνικό κράτος. Η επακριβής χάραξη των συνόρων ολοκληρώθηκε το Νοέμβριο και έγινε αποδεκτή από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα μέσα Δεκεμβρίου 1832. Με το πρωτόκολλο της Συνδιάσκεψης του Λονδίνου (30 Αυγούστου 1832) το ελληνικό κράτος περιλαμβάνει την Πελοπόννησο με τα νησιά του Αργοσαρωνικού, τη Στερεά Ελλάδα, την Εύβοια, τις Σποράδες και τις Κυκλάδες.

 

Mετά την αναγνώριση της Eλλάδας ως κράτους ανεξάρτητου και κυρίαρχου, ορίστηκε από τις τρεις εγγυήτριες Δυνάμεις Αγγλία, Γαλλία ,Ρωσία βασιλιάς της Ελλάδας ο Βαυαρός πρίγκιπας Όθων, δευτερότοκος γιος του Λουδοβίκου A' της Βαυαρίας. Το 1833 ο Όθωνας, 17 ετών τότε και η συνοδεία του έφτασαν στο λιμάνι του Ναυπλίου, της πρωτεύουσας του πρώτου ελληνικού κράτους.

Το ανεξάρτητο ελληνικό βασίλειο, το Φεβρουάριο του 1833 εκτεινόταν σε 47.516 τετραγωνικά χιλιόμετρα και αριθμούσε 750.000 κατοίκους.

Θρύλοι και παραδόσεις για την άλωση της Κωνσταντινούπολης

Παραδοσιακοί και θαυμαστοί θρύλοι, αναπτύχθηκαν γύρω από την άλωση της Πόλης, για να θρέψουν τις ελπίδες και το θάρρος του έθνους επί αιώνες. “Πάλι με Χρόνους και καιρούς”


Όταν έπεσε η Κωνσταντινούπολη στους Τούρκους, ένα πουλί ανέλαβε να πάει ένα γραπτό μήνυμα στην Τραπεζούντα στην Χριστιανική Αυτοκρατορία του Πόντου για την Άλωση της Πόλης. Μόλις έφτασε εκεί πήγε κατευθείαν στη Μητρόπολη που λειτουργούσε ο Πατριάρχης και άφησε το χαρτί με το μήνυμα πάνω στην Άγια Τράπεζα. Κανείς δεν τολμούσε να πάει να διαβάσει το μήνυμα. Τότε πήγε ένα παλλικάρι, γιός μιας χήρας, και διάβασε το άσχημο μαντάτο “Πάρθεν η Πόλη, Πάρθεν η Ρωμανία”.
Το εκκλησίασμα και ο Πατριάρχης άρχισαν τον θρήνο, αλλά ο νέος τους απάντησε.
“Κι αν η Πόλη έπεσε, κι αν πάρθεν η Ρωμανία, πάλι με χρόνους και καιρούς, πάλι δικά μας θα’ ναι”.


Ο μαρμαρωμένος βασιλιάς
Ο λαοφιλέστερος θρύλος έχει να κάνει με το τελευταίο αυτοκράτορα που μαρμάρωσε μέσα στο ναό της Αγίας Σοφίας. Η παράδοση πέρασε από στόμα σε στόμα αμέσως μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης.
Όταν η Πόλη πέρασε στα χέρια των Τούρκων, ο λαός δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ένα τέτοιο κτίσμα έχει περιέλθει σε μουσουλμανικά χέρια. Διέδωσαν λοιπόν ότι ο βασιλιάς κρύφτηκε πίσω από μία κολόνα του ναού της Αγίας Σοφίας, χάθηκε μέσα στους διαδρόμους και παρέμεινε κρυμμένος εκεί.
Οι ώρες αναμονής τον “μαρμάρωσαν”. Είναι γεγονός ότι κανείς δεν βρήκε το πτώμα του τελευταίου υπερασπιστή, του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου. Χάθηκε και πίστεψαν ότι Άγγελος Κυρίου το έκρυψε και το μαρμάρωσε. Κάποτε θα έρθει η ώρα που πνοή Θεού θα του δώσει δύναμη και ζωή ξανά και όλα θα ξαναγίνουν από την αρχή. Η Πόλη θα είναι και πάλι ελεύθερη.

Στην πόρτα της Αγια-Σοφιάς, που σφράγισε / ενός αγγέλου χέρι, / διπλοσφαγμένος έπεσ’ ο Δικέφαλος / απ’ τ’ άπιστο μαχαίρι.


Ο παπάς της Αγίας Σοφίας
Ένας άλλος θρύλος ιδιαίτερα αγαπητός είναι ο θρύλος του παπά της Αγίας Σοφίας. Η παράδοση λέει ότι την ώρα που οι Τούρκοι έμπαιναν στην εκκλησία, ο παπάς διέκοψε τη λειτουργία και κρύφτηκε πίσω από το ιερό. Οπως γράφει το vizantinaistorika.blogspot.gr, σε εκείνο το σημείο που κρύφτηκε ενώ υπήρχε μία πόρτα, “ως δια μαγείας” η πόρτα έγινε τοίχος τον οποίο κανείς και ποτέ δεν κατάφερε να σπάσει από τότε. Ούτε οι Τούρκοι, ούτε οι Έλληνες μάστορες τους οποίους έφερναν για αυτό το σκοπό δεν μπόρεσαν να γκρεμίσουν τον τοίχο. Ο θρύλος καταλήγει ότι όταν η Αγία Σοφία ξαναγίνει ελληνική εκκλησία, τότε ο παπάς θα βγει από το ιερό και θα ολοκληρώσει την ημιτελή λειτουργία του.


Η κρύπτη της Αγίας Σοφίας
Eνα «μυστικό» δωμάτιο στην Aγία Σοφία της Kωνσταντινούπολης αποκαλύπτεται τώρα ως «θυρανοίξια» του κρυφού ιερού όπου είχε καταφύγει στις 29 Mαΐου 1453 ο βυζαντινός ιερέας για να συνεχίσει τη θεία λειτουργία που είχε διακοπεί στον κύριο Nαό της Aγίας Σοφίας. H ανακάλυψη οφείλεται στον καθηγητή του Πανεπιστημίου της Bιέννης Πολυχρόνης Eνεπεκίδης. Tο ξεχασμένο δωμάτιο εντοπίστηκε όταν η νέα διευθύντρια του Mουσείου της Aγίας Σοφίας Zαλέ Nτεντέογλου ρώτησε αν υπάρχει χώρος που να μην έχει ανοιχτεί και διέταξε να παραβιάσουν την κλειδαριά του συγκεκριμένου χώρου, αφού δεν υπήρχε κλειδί της πόρτας. Aποκαλύφθηκε τότε πως το δωμάτιο που δεν είχε ανοιχτεί από το 1968, υπήρξε εργαστήρι του Γκάσπαρο Φοσάτι (1809 – 1883), ο οποίος ακολουθώντας την εντολή του Σουλτάνου, αναστήλωσε πλήρως το μνημείο στη διάρκεια της περιόδου 1847 – 1849. H έρευνα του καθηγητή Πολυχρόνη Eνεπεκίδη καταδεικνύει ότι ο Φοσάτι είχε απλώς μετατρέψει επιδέξια σε γραφείο του την κρύπτη που του είχαν υποδείξει οι Eλληνες φίλοι του στην Πόλη. H κρύπτη, μία από τις πολλές του μεγάλου ναού, ήταν το κρυφό εκείνο ιερό όπου συνεχίστηκε από τον ιερέα η διακοπείσα ιεροτελεστία, και όταν τελείωσε έκλεισε η πόρτα της κρύπτης και θα άνοιγε, κατά την παράδοση, όταν και πάλι Eλληνες θα ήταν οι ιερείς και το εκκλησίασμα.

Η Αγία Τράπεζα
Η Αγία Τράπεζα ήταν κατασκευασμένη από χρυσό. Από πάνω της κρέμονταν 30 στέμματα των αυτοκρατόρων, ανάμεσα τους και αυτό του Μ. Κωνσταντίνου. Και λέγεται ότι αυτό γινόταν για να θυμίζουν στους χριστιανούς την προδοσία του Ιούδα. Τα τριάκοντα αργύρια.
Σύμφωνα με την παράδοση πριν ο Μωάμεθ ο Β΄ καταλάβει την Κωνσταντινούπολη, ο αυτοκράτορας Κων/νος διέταξε να μεταφέρουν την αγία τράπεζα και όλα τα κειμήλια της Αγίας Σοφίας μακριά από την πόλη για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Τρία καράβια Ενετικά λοιπόν ξεκίνησαν από την πόλη γεμάτα με όλα αυτά τα κειμήλια, όπως λέει και ο θρύλος, αλλά το τρίτο από αυτά που μετέφερε την αγία τράπεζα βυθίστηκε στα νερά του Βοσπόρου στην περιοχή του Μαρμαρά.

Από τότε μέχρι σήμερα στο σημείο εκείνο που είναι βυθισμένη η αγία τράπεζα τα νερά της θάλασσας είναι πάντοτε ήρεμα και γαλήνια, ασχέτως με τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν στην γύρω περιοχή. Το φαινόμενο μαρτυρούν και σύγχρονοι Τούρκοι επιστήμονες, που έχουν κάνει κατά καιρούς απόπειρες να ανακαλύψουν που οφείλεται αυτό το περίεργο φαινόμενο, αλλά λόγω της λασπώδους σύστασης του βυθού, επέστησαν άκαρπες.
Στο βιβλίο του Δωροθέου Μονεμβασίας με τίτλο “Βίβλος Χρονική” (1781) διαβάζουμε:
” Οι Ενετοί την υπερθαύμαστον και εξάκουστον Αγίαν Τράπεζαν της Αγίας Σοφίας, την πολύτιμον και ωραιότατην, έβγαλαν από τον Ναό και έβαλαν εις το καράβι, και καθώς έκαναν άρμενα και επήγαιναν προς Βενετία, ω, του θαύματος! Πλησίον της νήσου του Μαρμαρά άνοιξε το καράβι και έπεσεν εις την θάλασσαν η Αγία Τράπεζα κξαι εβούλησε και είναι εκεί ως σήμερον, και τούτο είναι φανερόν και το μαρτυρούν οι πάντες, διότι όλον το μέρος εκείνο, όταν κάμνει φουρτούνα, η θάλασσα όλη κάμνει κύματα φοβερά, εις δε τον τόπο όπου είναι η Αγία Τράπεζα είναι γαλήνη και δεν ταράσσεται η θάλασσα. Και υπαγαίνουν τινές εκεί με περάματα, και λαμβάνουν από την θάλασσαν εκείνην, όπου είναι η Αγία Τράπεζα, και μυρίζει θαυμασιώματα μυρωδίαν, από το άγιον μύρον όπου έχει και των άλλων αρωμάτων “

Ο πατέρας της Ελληνικής λαογραφίας, Νικόλαος Πολίτης, γράφει για το περιστατικό:

“ Την ημέρα που πάρθηκεν η Πόλη έβαλαν σ’ ένα καράβι την Αγία Τράπεζα, να την πάνε στην Φραγκιά, για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων. Εκεί όμως στην θάλασσα του Μαρμαρά, άνοιξε το καράβι και η Αγία Τράπεζα εβούλιαξε στον πάτο. Στο μέρος εκείνο η θάλασσα είναι λάδι, όση θαλασσοταραχή και αν είναι γύρω. Και το γνωρίζουν το μέρος αυτό από τη γ΄λήνη που είναι πάντα εκεί και από την ευωδία που βγαίνει. Πολλοί μάλιστα αξιώθηκαν να την ιδούν στα βάθη της θάλασσας.”
Τρία καρά – κρουσταλλένια μου, τρία καρά – τρία καράβια φεύγουνι,
που μέσα που την Πόλι, κλαίει καρδιά μας, κλαίει κι αναστενάζει.
το’ να φορτώνει του Σταυρό, κι τ’ άλλο του Βαγγέλιου
του τρίτου του καλύτερου, την Άγια Τράπεζά μας,
μη μας την πάρουν τα σκυλιά, κι μας τη μαγαρίσουν
Η Παναγιά αναστέναξι, κι δάκρυσαν οι ‘κόνις………
Η Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας αναπαύεται στο βυθό της θάλασσας, πάνω στην άμμο και στα κοχύλια. Το σημείο όπου βούλιαξε το καράβι το ξέρουν καλά οι ναυτικοί και εύκολα το βρίσκουν. Πραγματικά, ακόμα κι όταν η πιο άγρια τρικυμία, φουσκώνει ολόγυρα τα κύματα και κάνει τη θάλασσα να μουγκρίζει, εκεί είναι γαλήνη και ησυχία.
Από τη λεία και λαμπρή επιφάνεια του νερού ανεβαίνουν γλυκές ευωδιές και αντίλαλος από αγγελικές ψαλμωδίες. Πολλοί άξιοι δύτες που μαζεύουν κοράλλια ή ψαρεύουν σφουγγάρια, προσπάθησαν να κατέβουν και να δουν το ναυαγισμένο καράβι.
Κανείς δεν τα κατάφερε. Η θάλασσα, πολύ βαθιά σ αυτό το μέρος, φυλάει την Αγία Τράπεζα και τα λείψανα των Αγίων από κάθε βέβηλο μάτι.
Όταν όμως θα ξαναπάρουμε την Πόλη, η Αγία Τράπεζα, που μένει στην άμμο του βυθού, θ ανέβει στην επιφάνεια όπως ανεβαίνει ο δύτης. Θ αρμενίσει μόνη της κατά το Βυζάντιο και θα την πάρουμε από κει που θ αράξει. Θα την ξαναφέρουμε στην Αγία Σοφία και με χαρούμενους ύμνους, θα την αφιερώσουμε πάλι στη Σοφία του Θεού.
Τότε, μέσα στη Βασιλική που έχτισε ο μεγάλος Ιουστινιανός, θα λάμψουν πάλι τα μωσαϊκά, οι εικόνες των Αγίων, τα λόγια του Ευαγγελίου, και ο σταυρός θα ξαναφανεί πάνω από το μαρμάρινο τραπέζι που ξέπλυναν τα κύματα.

“Το ποτάμι που σταμάτησε να κυλάει“

Οι περισσότεροι τοπικοί θρύλοι για την άλωση της Κωνσταντινούπολης μοιάζουν σε ένα σημείο: όλοι δείχνουν ότι ο χρόνος σταμάτησε με την κατάληψη της ιερής πόλης της Ορθοδοξίας από τους άπιστους Τούρκους και ότι η τάξη στον κόσμο θα επανέλθει με την ανακατάληψη της Βασιλεύουσας από τους Έλληνες. Έτσι, και στην Ήπειρο υπάρχει μιαβαντίστοιχη λαϊκή δοξασία. Συγκεκριμένα, ένα πουλί φέρνει την αναγγελία της πτώσης της Πόλης σε μια ομάδα βοσκών που εκείνη τη στιγμή ποτίζουν τα κοπάδια τους σε ένα ποτάμι, Ο θρύλος λέει ότι στο άκουσμα της φοβερής είδησης τα νερά του ποταμιού σταμάτησαν να κυλάνε, αφού και το φυσικό στοιχείο θεώρησε ότι η πτώση της Κωνσταντινούπολης ήταν κάτι το ανήκουστο. Το ποτάμι θα συνεχίσει και πάλι να κυλάει, μόλις απελευθερωθεί η Πόλη, συνεχίζει ο λαϊκός θρύλος…

“Τα ψάρι του καλόγερου“

Κάποιος καλόγερος είχε ψαρέψει σε ένα ποτάμι ψάρια και τα τηγάνιζε κοντά στην όχθη του ποταμού. Τη στιγμή εκείνη ακούστηκε από ένα πουλί το μήνυμα της πτώσης της Κωνσταντινούπολης στους Τούρκους. Ο καλόγερος σάστισε και αμέσως τα μισοτηγανισμένα ψάρια πήδησαν από το τηγάνι και ξαναβρέθηκαν στο ποτάμι. Εκεί ζουν αιώνια μέχρι τη στιγμή της απελευθέρωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, οπότε και θα ξαναβγούν για να συνεχιστεί το τηγάνισμα τους.

“Ο Πύργος της Βασιλοπούλας”

Στα κάστρα του Διδυμότειχου ένας κυκλικός πύργος, ο ψηλότερος ονομάζεται “πύργος της βασιλοπούλας”. Η παράδοση λέει πως κάποτε ο βασιλιάς διασκέδαζε κυνηγώντας και στη θέση του άφησε την κόρη του. Όταν τον ειδοποίησαν ότι έρχονται οι Τούρκοι είχε τόση εμπιστοσύνη στην οχυρότητα του κάστρου ώστε είπε: “αν σηκωθεί από τη χύτρα ο κόκορας και λαλήσει, θα πιστέψω ότι κυριεύτηκε η πόλη.”. Οι Τούρκοι όμως χρησιμοποίησαν δόλο και έδειξαν το χρυσοκέντητο μαντήλι του βασιλιά στην κόρη του. Αυτή μόλις το είδε, τους παρέδωσε το κλειδί του κάστρου κι έγινε αιτία της άλωσης. Όταν κατάλαβε πως την ξεγέλασαν, δεν άντεξε την ντροπή και αυτοκτόνησε πέφτοντας από τον πύργο. Από τότε ο πύργος λέγεται της βασιλοπούλας.


“Οι Κρητικοί Πολεμιστές”

Έναν από τους πύργους των τειχών της Πόλης τον υπεράσπιζαν τρία αδέρφια, άρχοντες Κρητικοί που πολεμούσαν με το μέρος των Βενετών (η Κρήτη τότε ήταν κάτω από την κυριαρχία των Βενετών). Μετά την πτώση της πόλης τα τρία αδέρφια και οι άντρες τους εξακολουθούσαν να πολεμούν και παρά τις λυσσώδεις προσπάθειες τους οι Τούρκοι δεν είχαν κατορθώσει να καταλάβουν τον πύργο. Για το περιστατικό αυτό ενημερώθηκε ο Σουλτάνος και εντυπωσιάστηκε από την παλικαριά τους. Αποφάσισε, λοιπόν, να τους επιτρέψει να φύγουν με ασφάλεια από τον πύργο και να πάρουν ένα καράβι με τους άντρες τους και να γυρίσουν στην Κρήτη. Πραγματικά η πρόταση του έγινε δεκτή με τη σκέψη ότι έπρεπε να μείνουν ζωντανοί για να πολεμήσουν να ξαναπάρουν τη Βασιλεύουσα πίσω από τους απίστους. Έτσι οι Κρητικοί επιβιβάστηκαν στο πλοίο τους και ξεκίνησαν για το νησί τους. Το πλοίο δεν έφτασε ποτέ στην Κρήτη και ο θρύλος λέει ότι περιπλανιούνται αιώνια στο πέλαγος μέχρι τη στιγμή που θα ξεκινήσει η μάχη για την ανακατάληψη της Πόλης από τους Έλληνες. Τότε το πλοίο των Κρητικών θα τους ξαναφέρει στην Κωνσταντινούπολη για να πάρουν και αυτοί μέρος στη μάχη και να ολοκληρώσουν την αποστολή τους και το ελληνικό έθνος να ξανακερδίσει την Πόλη.

 

Ο Μανούσος Καλλικράτης και οι τελευταίοι Κρήτες μαχητές της Πόλης

Υπάρχει στην επαρχία Σφακίων ένα χωριό με το όνομα Καλλικράτης, κτισμένο στα 750 μέτρα υψόμετρο και ο επισκέπτης στην είσοδο του χωριού συναντά μια πλάκα που τον πληροφορεί ότι το χωριό χρωστά το όνομα του στο Μανούσο Καλλικράτη, αρχηγό σώματος 1500 εθελοντών που το Μάρτη του 1453 ξεκίνησε να βοηθήσει στην άμυνα της Πόλης.
Το τι απέγιναν αυτοί οι εθελοντές, μας πληροφορεί αρχικά ο Φραντζής:
«Όταν μπήκαν οι εχθροί στην Πόλη, έδιωξαν τους Χριστιανούς που είχαν απομείνει στα τείχη με τηλεβόλα, βέλη, ακόντια και πέτρες. Έτσι έγιναν κύριοι ολόκληρης της Κωνσταντινούπολης, εκτός των πύργων του Βασιλείου του Λέοντος και του Αλεξίου, τους οποίους κρατούσαν οι ναύτες από την Κρήτη που πολέμησαν από τις 6 μέχρι τις 8 το απόγευμα και σκότωσαν πολλούς Τούρκους. Βλέποντας το πλήθος των εχθρών που είχαν κυριεύσει την πόλη, δεν ήθελαν να παραδοθούν, αλλά έλεγαν ότι προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να ζήσουν. Κάποιος Τούρκος ειδοποίησε τότε το Σουλτάνο για την ηρωική άμυνά τους κι εκείνος συμφώνησε να τους επιτρέψει να φύγουν με το πλοίο και όλα τα πράγματα που είχαν μαζί τους».
Στην συνέχεια περισσότερες πληροφορίες, μας δίνει ένα ολιγοσέλιδο χειρόγραφο του 1460, που βρίσκεται στη βιβλιοθήκη της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου Αγίου Όρους και συντάχθηκε με βάση τις διηγήσεις ενός εκ των διασωθέντων Κρητικών, του Πέτρου Κάρχα ή Γραμματικού.
(Χειρόγραφο Βατοπεδίου):
…«Και όταν έπεσεν η Πόλη και οι Τούρκοι εμπήκαν μέσα, ως διακόσιες χιλιάδες περίπου Ταχτικοί και Αταχτοι, άλλοι από την Κιρκόπορτα και άλλοι από το ρήγμα του Αγίου Ρωμανού, και όλοι οι πολεμάρχοι εγκατέλειψαν τας θέσεις των διά να σωθούν, εις τα πλοία ή οπουδήποτε αλλού, μονάχα η τούρμα της Κρήτης, όσοι εζούσαν, με αρχηγόν τον Καπετάν Γραμματικόν, αν και τραυματισμένον και αυτόν σε πολλά μέρη του κορμιού του, εσκέφτηκεν ότι θα ήτον καλύτερον να μείνει στα πόστα της και να εξακολουθήση να πολεμά μέχρις ότου σκοτωθούν ούλοι, παρά να παραδώσουν τα όπλα. Κι όταν προς το βράδυ πλέον ο Σουλτάνος είδεν και εκατάλαβεν ότι εμείς δεν είχαμε σκοπόν να παραδοθούμε, έστειλεν ένα πασά με δυό αξιωματικούς, που ο ένας εκρατούσε λευκή σημαία και ο άλλος ήταν δραγουμάνος, και μας είπε “ότι επειδής -λέγει- ο Σουλτάνος εκτιμά την αντρειά μας, μας αφήνει ελεύθερους να φύγωμε για το νησί μας, με τα όπλα μας και με ένα από τα καράβια μας…”»
(Κώδικας της Μονής Αγκαράθου):
«Εις τους αονγ’, Ιουνίου θ’ και ημέρα Σαββάτου, ήρθαν από την Κωνσταντινούπολιν καράβια τρία Κρητικά του Σγουρού, Υαλινά και Φιλομμάτου, λέγοντες ότι εις την κθ’ του Μαΐου μηνός, της Αγίας Θεοδοσίας, ημέρα Τρίτη, ώρα γ’ της ημέρας, εσέβησαν οι Αγαρηνοί εις την Κωνσταντινούπολιν, το φουσσάτον του Τούρκου Τζελεπή Μεμέτη. Και είπον ότι απέκτειναν τον βασιλέα κυρ Κωνσταντίνον τον Δραγάσην και Παλαιολόγον. Και εγένετο ουν θλίψις και πολύς κλαυθμός εις την Κρήτην διά το θλιβερόν μήνυμα όπερ ήλθε, ότι χείρον τούτου ου γέγονεν, ούτε γενήσεται. Και Κύριος ο Θεός ελεήσαι ημάς της φοβεράς αυτού απειλής…»

Σύμφωνα, λοιπόν, με το χειρόγραφο αυτό, το τελευταίο δεκαήμερο του Μάρτη του 1453 χίλιοι πεντακόσιοι Κρήτες εθελοντές ξεκίνησαν με πέντε καράβια και με σκοπό την ενίσχυση της άμυνας της Κωνσταντινούπολης. Αρχηγός τους ήταν ο Μανούσος Καλλικράτης από τα Σφακιά, ιδιοκτήτης των τριών καραβιών και καπετάνιος του ενός. Στα άλλα δύο καράβια του καπετάνιοι ήταν ο Γρηγόρης Βατσιανός Μανάκης από τ’ Ασκύφου Σφακίων και ο Πέτρος Κάρχας από την Κυδωνία, γνωστός και με το παρανόμι Γραμματικός. Το τέταρτο καράβι ανήκε στον Ανδρέα Μακρή από το Ρέθυμνο και είχε κυβερνήτη τον ίδιο και στο πέμπτο, ιδιοκτησίας του καπετάν Νικόλα του Στειακού, τη διοίκηση ανέλαβε ο Παυλής Καματερός από την Κίσσαμο. Όταν έφτασαν οι Κρήτες στην Βασιλεύουσα, επάνδρωσαν 3 πύργους, από τους 112 που υπήρχαν συνολικά στα προστατευτικά τείχη της.
Οι Κρήτες αυτοί αντιστάθηκαν μέχρι τέλους στους τρεις πύργους που βρίσκονταν την είσοδο του Κερατίου και παρά τις αλλεπάλληλες προσπάθειές τους, οι Οθωμανοί δεν κατόρθωσαν να εκπορθήσουν τους πύργους ή να κάμψουν την αποφασισμένη αντίσταση των υπερασπιστών. Οι ανώτεροι αξιωματικοί του σουλτάνου, εντυπωσιασμένοι από την παλικαριά των τελευταίων ζωντανών υπερασπιστών της Πόλης, τους πρότειναν παράδοση υπό τους δικούς τους όρους. Εκείνοι δέχτηκαν να παραδοθούν υπό τον όρο να τους επιτραπεί να φύγουν χωρίς να πειραχτούν, με όλα τους τα υπάρχοντα και άρματα και με τιμή.
Οι ηγέτες των Οθωμανών, που εκτίμησαν τη γενναιότητα και που, βεβαίως, δεν ήθελαν να υποστούν δυσανάλογα μεγάλες απώλειες για να ολοκληρώσουν την κατάκτηση της πόλης που ήταν ήδη δική τους, ενώ πιθανόν έκριναν ότι αν χρονοτριβούσαν ακόμη περισσότερο στο σημείο αυτό, δεν θα είχαν το ανάλογο μερίδιο από τη λεηλασία, δέχτηκαν.
Οι Κρήτες, συντεταγμένοι και με την υπερηφάνεια εκείνου που δεν ηττήθηκε από υπέρτερους εχθρούς, μπήκαν στα δύο πλοία τους που ήταν αγκυροβολημένα κοντά στα κάστρα και αναχώρησαν για τη Μεγαλόνησο. Στα ταξίδι της επιστροφής ένα από τα καράβια ναυάγησε στο Αγιο όρος εξ ου και η ύπαρξη του χειρόγραφου.
Σύμφωνα με την παράδοση, τα μαντήλια στην Κρήτη μετά την είδηση της άλωσης, βάφτηκαν μαύρα και μπήκαν κρόσσια, συμβολίζοντας τα δάκρυα των Κρητών για την απώλεια της Πόλης.
Στους εορτασμούς της επιστροφής τους λέγεται ότι χορεύτηκε για πρώτη φορά ο «συρτός χανιώτικος», ο «βασιλιάς» των κρητικών χορών.

Η Σαρακοστή

του Γεράσιμου Άννινου

Η καημένη η θεια-Μαργαρώ κάπου θα βρίσκεται εκεί ψηλά τώρα στον παράδεισο, που τόσο πολύ πίστευε, παρέα με τ΄ αγγελάκια, στα «χρυσά τα σύννεφα», κοντά στήν κυρά την Παναγία και όλους τους Αγίους, που θυμιάτιζε και μνημόνευε με τόσες μετάνοιες, κάθε απόβραδο μπροστά στο εικονοστάσι και προσκυνούσε με τρίδιπλες μετάνοιες στη μικρή ενοριακή της εκκλησιά…

Κι όμως, δεν το ‘λπιζε να πάει κι έλεγε:

– Κολάζεται κανένας, γιε μου! Κολάζεται και δεν το καταλαβαίνει! Γι΄ αυτό, δεν πρέπει κανένας να ολιγωρεί και να κάνει τα πρεπούμενα. Εκείνα που μας έχουνε μάθει οι πατεράδες μας και που ξέρανε οι παλιοί…

Κι ανάμεσα σ΄ αυτά τα «πρεπούμενα», που ενέπνεε μιαν αληθινή και αφελής ευλάβεια και πίστη, τις μετάνοιες, τα θυμιάματα, τα σταυροκοπήματα, τ΄ αγιοκέρια που φώτιζαν με την ψιλή τους φλόγα, το εικονοστάσι της γωνιάς με τ΄ άσπρα νταντελωτά μπερντεδάκια, ολονυκτίες στα πανηγύρια, τους όρθρους στις μεγάλες δεσποτικές γιορτές, την ταχτική παρακολούθηση της λειτουργίας και την αυστηρή τήρηση όλων των θρησκευτικών καθηκόντων, η μεγάλη δουλειά ήτανε η Σαρακοστή κι η νηστεία… Νήστευε τα Τετραδοπαράσκευα, νήστευε τις προηγιασμένες, νήστευε των Αγίων Αποστόλων, το Δεκαπενταύγουστο, της Σταυροπροσκύνησης, κάθε φορά που το έγραφαν  τα «χαρτιά» και που το νόμιζε αναγκαίο η ψυχούλα της. Μα η μεγάλη νηστεία ήταν η «Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή».

– Κολάζεται κανένας, γιε μου! Κολάζεται και δεν το καταλαβαίνει! έλεγε η καημένη η θεια-Μαργαρώ, κι εμείς οι πειρασμοί, εκπρόσωποι του Πονηρού και του Παγκακίστου, μέσα στο ήρεμο αναχωρητήρι της καλής γερόντισσας, εβάλαμε σκοπό να την κολάσουμε!… Μιαν εβδομάδα ολόκληρη, ύστερα από την Καθαρή Δευτέρα, ενήστευε παραδειγματικά, με μαρουλάκια, ελίτσες, βρεχτοκούκια, και κάπου κάπου λιγάκι χαλβά, που ήταν τα μόνα επιτρεπόμενα εδέσματα του νηστίσιμου «οψολογίου» της και μονάχα την πρώτη Κυριακή εμετρίαζε λίγο τη νηστεία κι εμαγείρευε κανένα λαδερό, αγκιναροκούκι, κανένα λαδοπίλαφο με ξερό χταπόδι… Κι έπειτα, λιγάκι ρετσινάτο, «για να στυλωθεί κανενός η καρδιά του, γιε μου!» επισφράγιζε πραγματικά την «κατάλυση οίνου και ελαίου».

Όσο για τα καρύδια και τα σύκα, που εφίλευε εμάς, τα παιδόπουλα, ήταν για τη θεια-Μαργαρώ πράγματα απαγορευμένα… Όχι από τα περίφημα «πρεπούμενα», μα γιατί δεν είχε πια κανένα δόντι. Όμως, για μας, τα πάστρευε με προσοχή και δεν μας τα ΄δινε ποτέ ατσάκιστα, κι είχε πολλούς λόγους, εκτός από την καλοσύνη της, για τούτο. Φρόντιζε πρώτα πρώτα για την ακεραιότητα της κόψης της πόρτας, που τα μαγκώναμε ανάμεσα και την εκάναμε καρυδοσπάστη, αφήνοντας σημαντικά σημάδια της χρησιμοποίησης αυτής, μα και για την ασπράδα των ασβεστωμένων πεζουλιών της αυλής, που ήταν το τελευταίο καταφύγιο για να τσακίσουμε τα καρύδια, χτυπώντας τα με λιθάρια!…

– Μπρε Ιούδες!… Μπρε Ιούδες! εξεφώνιζε, σαν εκαταλάβαινε κατιτί τέτοιο… Ελάτε εδώ, μπρε, να σας τα τσακίσω εγώ!…

Και δεν ήξερε κανένας τι την επονούσε πιο πολύ απ΄ τα τρία: τα δόντια μας, το μάγκωμα της πόρτας ή το λέρωμα των πεζουλιών;

Κι όμως εμείς, οι «Ιούδες», εβαλθήκαμε να τη λερώσουμε!… Έξω, στο παράσπιτο, στην άκρη της αυλής, για να μη λερώσει την κουζίνα που άστραφτε από πάστρα και γυαλοκοπούσαν τα μπακιρικά, είχε βάλει να μαγειρέψει το περίφημο λαδοπίλαφό της με το χταπόδι, ενώ για μας, σ΄ άλλο τσουκάλι, έβραζε αληθινό πιλάφι με το κρέας, ένα «ατζέμ πιλάφι» από κείνα που μονάχα η θεια-Μαργαρώ ήξερε να φτιάνει αλτρουιστικά για την τέρψη των άλλων!… Κι ο Πειρασμός ξελαμπάδιασε μονομιάς μέσα στο μυαλό μας, εκεί που παίζαμε «καλόγερο» στα άσπρα καί μαύρα πλακάκια της αυλής… Κι ούτε καιρό δεν χάσαμε σε μάταιη συνεννόηση… Με μια ματιά, συνεννοηθήκαμε και το κακό έγινε. ΄Ενα κομμάτι κρέας, παχύ και όλο ψαχνό, έσμιξε μέσα στο λαδοπίλαφο με τα ισχνά κομμάτια του ξερού χταποδιού…

Με τι καρδιοχτύπι περιμέναμε το μεσημέρι, με τι ανυπομονησία προσμέναμε ν΄ αρχίσει το φαγητό της, ξεχνώντας μες στα πιάτα το νόστιμο δικό μας πιλάφι και κοιτάζοντας το λαδοπίλαφό της…

Και να… Εκεί που δεν το προσμέναμε πια, ύστερα από την πρώτη-δεύτερη μπουκιά, το πιρούνι της ανάσυρε το σώμα του εγκλήματος. Το γύρισε από δω, το γύρισε από κει, με ιερή φρίκη. Το γεροντικό της, μα τόσο συμπαθητικό, πρόσωπο πήρε μια έκφραση συντριβής, και μας κοίταξε ύστερα, ενώ εμείς σκύβαμε τα μάτια στα πιάτα μας, έτοιμοι να γελάσουμε, μα χωρίς να μπορούμε… Περιμέναμε τη δίκαιη τιμωρία μας. Μα εκείνη είπε μονάχα με σπαραγμό, σπρώχνοντας το πιάτο:

– Η αμαρτία στο λαιμό σας!…

Κι αλήθεια, θαρρείς σαν η Αμαρτία να ήταν κάτι το ψηλαφητό, κάποιο πράγμα ήρθε κι έκατσε πραγματικά στο λαιμό μας!… Κομπιάσαμε, ξεροκατάπιαμε, αφήσαμε το φαΐ μας και, μπρουμιτίζοντας στο τραπέζι, αρχίσαμε τα κλάματα.

Τότε η καλή γερόντισσα, που ο θρήνος μας κι η μεταμέλειά μας την είχε συγκινήσει, κατανικώντας κάθε της απέχθεια, κάθε της ευλάβεια και κάθε πεποίθηση, προσπάθησε να μας παρηγορήσει. Και παίρνοντας το κρέας του Πειρασμού, άρχισε να τρώει κι αυτή, μπροστά στα κατάπληκτα και κλαμένα μάτια μας, λέγοντας:

– Να, μπρε σεις!… Φάτε!… Κι άστε τα κλάματα!… Να! Φάτε!… ο Θεός δεν ξεσυνερίζει!…

Φράσεις με τη λέξη «χρόνος»

Φράσεις με τη λέξη «χρόνος»

  • σε ανύποπτο χρόνο: σε στιγμή που ένα ζήτημα δεν έχει ακόμα τεθεί.

  • εκτός τόπου και χρόνου: εκτός πραγματικότητας: φράση που λέγεται για κάποιον που έχει χάσει την επαφή του με την πραγματικότητα .

  • το πλήρωμα του χρόνου: n κατάλληλη στιγμή που γίνεται κάτι αναμενόμενο, που περιμέναμε να συμβεί.

  • συν τω χρόνω: με το πέρασμα του χρόνου, όσο περνά ο καιρός.

  • ο χρόνος είναι χρήμα: ο χρόνος έχει μεγάλη αξία, γι' αυτό πρέπει να τον εκμεταλλεύεται κανείς σωστά, ώστε να μη χάνει τον καιρό του άσκοπα.

  • προ αμνημονεύτων χρόνων: πολύ παλιά, πριν από πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.

  • χρόνια και ζαμάνια: πολλά χρόνια, πολύς καιρός.

  • εν ευθέτω χρόνω: στην κατάλληλη στιγμή, όταν οι συνθήκες είναι κατάλ­ληλες για να γίνει κάτι.

  • χρόνο με το χρόνο: με το πέρασμα του χρόνου, με τον καιρό .

  • χρόνου φείδου: να χρησιμοποιείς το χρόνο σου με φειδώ, δηλαδή με οι­κονομία, να τον εκμεταλλεύεσαι σωστά.

  • όσα φέρνει n ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος: παροιμία που σημαίνει ότι σε μία μόνο στιγμή μπορεί να συμβεί κάτι, συνήθως πολύ άσχημο, που δεν μπορούσε κανείς να προβλέψει.

  • πάρ' τονε στο γάμο σου να σου πει και του χρόνου: φράση που λέγεται για κά­ποιον που είπε κάτι άστοχο, κάτι που δεν ταίριαζε σε μια συγκεκριμένη περίσταση και ήταν δυσάρεστο ή προσβλητικό.

  • ο κλέφτης και ο ψεύτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται: παροιμία που σημαίνει ότι η παρανομία, το ψέμα, κάτι κακό γενικά, μπορεί για λίγο καιρό να πα­ραμείνουν κρυφά, κάποια στιγμή όμως αποκαλύπτονται.

  • και του χρόνου!: φράση που λέμε ως ευχή σε κάποιον, εννοώντας μακάρι να είναι καλά και να γιορτάζει και τον επόμενο χρόνο.

  • χρόνια πολλά!: ευχή που δίνουμε σε κάθε γιορτή.

Η Λίμνη Καστοριάς

Η Λίμνη Καστοριάς ή Ορεστιάδας βρίσκεται στη δυτική Μακεδονία, στο Νομό Καστοριάς, σε υψόμετρο 620 μ. Η επιφάνειά της καλύπτει έκταση 28 - 30 km2. Το μέγιστο βάθος της είναι 9,1 μέτρα ενώ το μέσο βάθος 4,4. Η λίμνη έχει νεφροειδές σχήμα με μέγιστο μήκος 8,4 km, μέγιστο πλάτος 5,8 km ενώ το μήκος της ακτογραμμής της είναι 35,8 km. Οι ορεινοί όγκοι που περιβάλλουν τη λίμνη είναι το Βέρνον (βορειοανατολικά), Βίγλα (δυτικά) και Άσκιον, Κορησσός και Πύργος (νότια, νοτιοανατολικά). Είναι εσωτερική λίμνη γλυκού νερού και βρέχει την πόλη της Καστοριάς. Γύρω από το βορειοδυτικό τμήμα της υπάρχει παραποτάμιο δάσος. Η λίμνη τροφοδοτείται με νερό κυρίως επιφανειακά μέσω χειμάρρων. Ο μεγαλύτερος είναι ο Ξηροπόταμος που εκβάλλει στο ανατολικό τμήμα της. Η εκροή του νερού της λίμνης γίνεται μέσω χειμάρρου προς τον Αλιάκμονα. Εκτός από τους χειμάρρους και το νερό της βροχής, η λίμνη Ορεστιάδα τροφοδοτείται και από πολλές υπολίμνιες πηγές. Είναι υγρότοπος μεγάλης σημασίας για τα υδρόβια, αλλά και για τα αρπαχτικά πουλιά και χρησιμεύει ως περιοχή αναπαραγωγής, διατροφής και διαχείμασης. Συντηρεί πλούσια ορνιθοπανίδα - περίπου 200 είδη - που περιλαμβάνει σπάνια και απειλούμενα είδη, προστατευόμενα από τη διεθνή και την εθνική νομοθεσία. Χαρακτηριστικότερα από αυτά είναι οι λαγγόνες και οι αργυροπελεκάνοι, τέσσερα είδη ερωδιών, οι βουβόκυκνοι, οι αγριόπαπιες, οι νυχτοκόρακες, οι κορμοράνοι, οι φαλαρίδες Fulica atra, νερόκοτες Gallinula chloropus, νανοβουτηχτάρια Tachybaptus ruficollis και πολλά άλλα παρυδάτια πουλιά.Πέρα από το μεγάλο αριθμό πουλιών που φιλοξενεί, είναι η μοναδική λίμνη στην Ελλάδα, στην οποία υπάρχουν σημαντικής έκτασης παρόχθια δάση υδρόφιλων δέντρων, που συνιστούν έναν από τους σπανιότερους οικότοπους της Ευρώπης.Είναι η δεύτερη πιο παραγωγική σε αλιεύματα λίμνη της Ελλάδας. Τα είδη των ψαριών που υπάρχουν στη λίμνη είναι ο κυπρίνος (Γριβάδι), η πέρκα, το τσιρώνι, το γλήνι, ο γουλιανός, η τούρνα, η πλατίκα, το πρικί και η πεταλούδα.Η λίμνη της Καστοριάς υπήρξε γνωστή από την αρχαιότητα. Ο Προκόπιος, στο έργο του "Περί κτισμάτων" που συνέγραψε το 558 μ.χ, αναφέρει λίμνη Καστοριάς στη Μακεδονία. Αναφέρει μάλιστα ότι επί της χερσονήσου της λίμνης Καστοριάς υπήρχε από παλιά πόλη "ευδαίμων" που ονομαζόταν Διοκλητιανούπολη. Σήμερα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αξιοθέατα του νομού, ενώ θεωρείται μια από τις ομορφότερες λίμνες των Βαλκανίων. Είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη φυσιογνωμία, την ιστορία και την εξέλιξη της πόλης της Καστοριάς.


,Ρ. Ζ, Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2020

 

 

 

 

 

Η τεχνητή λίμνη του Μόρνου

Η τεχνητή λίμνη του Μόρνου κατασκευάστηκε με σκοπό να καλυφθούν οι αυξανόμενες ανάγκες ύδρευσης της Αθήνας. Είναι η ένατη μεγαλύτερη τεχνητή λίμνη της Ελλάδας. Η λίμνη βρίσκεται στο κέντρο του νομού Φωκίδας. Συγκεντρώνει νερό όχι μόνο από τον Μόρνο αλλά και από παραπόταμους του που εκβάλουν κατευθείαν στη λίμνη. Ο σημαντικότερος από αυτούς είναι ο Κοκκινοπόταμος που πηγάζει από τα Βαρδούσια. Επίσης εκεί πέφτει και νερό από την λίμνη του Εύηνου, μέσω μιας σήραγγας που κατασκευάστηκε για τον σκοπό αυτό.

Η λίμνη δημιουργήθηκε το 1979 μετά από την ολοκλήρωση του φράγματος στον ποταμό Μόρνο. Η συνολική επιφάνεια της λίμνης είναι περίπου 15,5 τ.χλμ. Η στάθμη της λίμνης βρίσκεται σε υψόμετρο 446 μέτρων. Το φράγμα έχει ύψος 125 μ., μέγιστο πλάτος στην βάση του 595 μ. ενώ το πλάτος στέψης είναι 10 μ. Το μήκος της βάσης είναι 250 μ. και το μήκος στέψης είναι 815 μ.

Το υδραγωγείο του Μόρνου που μεταφέρει το νερό της λίμνης στην Αττική έχει συνολικό μήκος 188 χλμ. Διασχίζει τους νομούς Φωκίδας, Βοιωτίας και Αττικής. Στην διαδρομή αυτή έχουν κατασκευαστεί 15 σήραγγες συνολικού μήκους 71 χλμ.

Η λίμνη του Μόρνου είναι ενταγμένη στο πρόγραμμα Natura 2000 με κωδικό GR2450003.