∆Ι∆ΑΚΤΙΚΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΘΕΜΑΤΩΝ /// ΠΡΟΤΥΠΑ

ΠΑ

      Κοινωνικά πρότυπα. Ποια πρότυπα επικρατούν σήµερα και ποιο ιδεώδες τα διαµορφώνει; Κατ’αρχάς είναι αµφίβολο αν υπάρχουν σήµερα κοινωνικά πρότυπα. Αν δεχτούµε ότι υπάρχουν, αυτά σίγουρα προέρχονται από τον χώρο του θεάµατος. Τα πρότυπα αυτά τα διαµορφώνουν και τα προβάλλουν τα Μέσα Μαζικής Ενηµέρωσης. Ποδοσφαιριστές, τραγουδιστές, τηλεπαρουσιαστές, άτοµα που σταδιοδροµούν στο πάλκο και στην πασαρέλα αποκτούν πολύ γρήγορα δόξα και χρήµα και γίνονται είδωλα, αντικείµενα θαυµασµού και λατρείας. Αντίθετα, τα άτοµα άλλων κοινωνικών οµάδων, που αποτελούν τα θεµέλια και τους πυλώνες της κοινωνίας, παραµένουν στην αφάνεια και την ανωνυµία.

      Σήµερα πρότυπα αποτελούν όσοι ασχολούνται µε το θέαµα και την ψυχαγωγία. Με τα ισχύοντα αξιολογικά κριτήρια δε φαίνεται καθόλου παράξενο που τα «τσαλίµια» των ποδοσφαιριστών, οι λαρυγγισµοί των τραγουδιστών, η φλυαρία των τηλεπαρουσιαστών και οι εµφανίσεις των κοριτσιών της πασαρέλας θεωρούνται προσόντα σπουδαιότερα από την επιστηµοσύνη των γιατρών, την αξιοσύνη των εκπαιδευτικών και όλων εκείνων που µοχθούν καθηµερινά στους χώρους της παραγωγής και της επιστήµης για να µην στερηθεί η κοινωνία από τα αναγκαία υλικά και πνευµατικά αγαθά της. Οι άνθρωποι «του θεάµατος και της ψυχαγωγίας» συνδυάζουν µεγάλη δηµοτικότητα και υψηλές αµοιβές, ασύγκριτα υψηλότερες από τις αµοιβές άλλων κοινωνικών οµάδων που υπηρετούν σηµαντικότερους τοµείς της κοινωνικής ζωής, όπως είναι λόγου χάριν οι τοµείς της υγείας και της παιδείας. Έτσι, η δεξιοτεχνία ενός γιατρού θεωρείται µικρότερης αξίας από τη δεξιοτεχνία ενός ποδοσφαιριστή, παρ’ ότι το χέρι του πρώτου σώζει ανθρώπινες ζωές, ενώ το πόδι του δεύτερου απλώς προσφέρει θέαµα και ψυχαγωγία.

       Τα παράδοξα αυτά κοινωνικά φαινόµενα είναι χαρακτηριστικά γνωρίσµατα της εποχής µας. Στην εποχή µας το µόνο που σκέπτεται ο σύγχρονος άνθρωπος είναι πώς θα «πιάσει την καλή» και µάλιστα όσο γίνεται γρηγορότερα και µε λιγότερο κόπο. Ιδέες, αξίες και αρχές θυσιάζονται όλες στον βωµό του χρήµατος, της µαταιοδοξίας και της εξουσίας. Όσοι εξακολουθούν, λοιπόν, ακόµα να πιστεύουν σε πρότυπα αρετής και ήθους χαρακτηρίζονται ροµαντικοί και αφελείς.

         Μπορεί όµως µια κοινωνία να πάει µπροστά µε τέτοια κοινωνικά πρότυπα; Μπορεί να στηρίζει την πρόοδο και την ευηµερία των πολιτών της σε τέτοιες κοινωνικές αξίες και ηθικές αρχές; Η απάντηση, βέβαια, είναι όχι. Πάντως, αν και όταν αποφασίσει να κάνει ένα καινούργιο ελπιδοφόρο ξεκίνηµα, έναν όρο πρέπει οπωσδήποτε να τηρήσει. Το ξεκίνηµα αυτό να έχει ως βάση και αφετηρία την παιδεία.

/// εφηµ. Ελευθερία (Λάρισα), 30-12-2010 (διασκευή) 

ΟΝΟΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΡΗΜΑΤΙΚΗ ΦΡΑΣΗ

Κάθε πρόταση αποτελείται από δύο βασικά μέρη

  • την ονοματική φράση (ΟΦ) : έχει ως κεντρική λέξη ένα ουσιαστικό και
  •  τη ρηματική φράση (ΡΦ): έχει ως κεντρική λέξη  το ρήμα της πρότασης με τα συμπληρώματα ή τους προσδιορισμούς του

ΟΝΟΜΑΤΙΚΗ ΦΡΑΣΗ

Έχει ως πυρήνα ένα ουσιαστικό ή κάποιο στοιχείο που μπορεί να λειτουργήσει ως ουσιαστικό

Μπορεί να έχει

  • απλή μορφή (π.χ. άρθρο + ουσιαστικό: η μαθήτρια)
  •  διευρυμένη μορφή, να αποτελείται δηλαδή από περισσότερες λέξεις-όρους πέραν του άρθρου και του ουσιαστικού) και  μπορεί να περιέχει: 

α) επιθετική φράση (π.χ. Αγόρασα πολλά βιβλία.),

β) απόλυτο ή τακτικό αριθμητικό (π.χ. Οι τρεις πρώτοι αθλητές θα βραβευτούν),

γ) άρθρο (π.χ. Ο ή Ένας μαθητής χτύπησε.), δ)προσδιορισμό (π.χ. Ο κάθε άνθρωπος αγωνίζεται για ένα καλύτερο μέλλον.),

ε) κτητική αντωνυμία (π.χ. Ο αδερφός μου είναι.),

στ) επιρρηματικό προσδιορισμό (π.χ. Διαβάζω από χθες το απόγευμα.),

ζ) από σύνδεσμο (π.χ. Ο μεν πατέρας μου έφυγε, η δε μητέρα μου ήρθε.) ή

η) από ονοματική, συνήθως αναφορική πρόταση (π.χ. Το μάθημα το οποίο διαβάσαμε χθες ήταν δύσκολο.).

  ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Μια ονοματική φράση μπορεί να λειτουργήσει ως:

  • Υποκείμενο ενός ρήματος σε πτώση ονομαστική. Δηλώνει ποιος ενεργεί ή δέχεται μια ενέργεια ή βρίσκεται σε μια κατάσταση (π.χ. Ο μαθητής διαβάζει)
    • Άμεσο ή έμμεσο αντικείμενο σε πτώση αιτιατική ή γενική. Δηλώνει το πρόσωπο ή το πράγμα στο οποίο μεταφέρεται η ενέργεια του υποκειμένου (Ο μαθητής διαβάζει το μάθημα)
  •  Κατηγορούμενο του υποκειμένου ή του αντικειμένου σε πτώση ονομαστική ή αιτιατική αντίστοιχα. Δηλώνει κάποια ιδιότητα-χαρακτηριστικό του υποκειμένου ή του αντικειμένου (π.χ. Η μαθήτρια είναι κουρασμένη)
  •  Συμπλήρωμα πρόθεσης, να εξαρτάται δηλαδή από μια πρόθεση σε πτώση αιτιατική ή γενική (π.χ. Η μαθήτρια πήγε στο σχολείο).
  • Προσδιορισμός μιας άλλης ονοματικής φράσης, να εξαρτάται δηλαδή από τη κεντρική λέξη μιας άλλης ΟΦ (Ο σκύλος του γείτονα δάγκωσε την αδερφή μου.).

ΡΗΜΑΤΙΚΗ ΦΡΑΣΗ

 Τα συστατικά στοιχεία μιας ρηματικής φράσης (ΡΦ) είναι

  • το ρήμα
  •  συμπληρώματα του ρήματος, λέξεις δηλαδή που συμπληρώνουν το νόημα, οι οποίες αποτελούν ονοματικές φράσεις (π.χ. δάγκωσε την αδερφή μου), ή διάφοροι προσδιορισμοί, με επιρρήματα και με προθέσεις (π.χ. δάγκωσε την αδερφή μου στο πόδι.)*Εκπαιδευτικές κοινότητες και ιστολόγια/Κούρτη.

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΕΦΗΒΟΥΣ

 

Αγαπητοί μου όλοι,

κατόπιν αιτήματος αρκετών από σας, σας προτείνω τα κάτωθι βιβλία για να διαβάσετε όποτε επιθυμείτε!

Διότι έχουμε πει πως για να βελτιωθεί ο γραπτός σας λόγος, εκτός από το να γράφετε πολύ, πρέπει και να διαβάζετε πολύ!

1.Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα, του Μάρκ Χάντον, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός, σε μετάφραση της 'Αννας Παπασπύρου. Έχει διασκευαστεί και για το θέατρο για εφήβους και είχε τρομερή επιτυχία. Έχει πάρει πολλά βραβεία! Περισσότερα για το βιβλίο, καθώς και κριτικές, μπορείτε να δείτε εδώ : https://biblionet.gr/titleinfo/?titleid=86157&return_url

2.Το αγόρι στην κορυφή του βουνού,του Τζον Μπόιν, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός σε μετάφραση της Πετρούλας Γαβριηλίδου. Κι αυτό βραβευμένο. Περισσότερα για το βιβλίο, καθώς και κριτικές, μπορείτε να δείτε εδώ:https://biblionet.gr/titleinfo/?titleid=208387

3.Ματωμένα Χώματα, κλασικό ανάγνωσμα της Διδώς Σωτηρίου, που κυκλοφορεί ξανά και ξανά μέσα στα χρόνια. Περισσότερα για το βιβλίο, καθώς και κριτικές, μπορείτε να δείτε εδώ : https://biblionet.gr/titleinfo/?titleid=264146&return_url

Eννοείται πως πάντα προτείνουμε τα βιβλία και των κλασσικών Ελλήνων συγγραφέων που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της λογοτεχνικής μας κληρονομιάς όπως αυτά των: Γιάννη Μπεράτη, Στρατή Μυριβήλη, Άλκης Ζέη, Ζώρζ Σαρρή. Επίσης, τα διηγήματα των Παπαδιαμάντη και Βιζυηνού! 

Η ίδια έχω ασχοληθεί επισταμένα, από το κριτικό μου βήμα και την πανεπιστημιακή μου έρευνα (έχω εκπονήσει στο μεταπτυχιακό μου σχετική εργασία) με τα βιβλία της Αγγελικής Δαρλάση. Είναι μια συγγραφέας που αφουγκράζεται τις νεανικές ανάγκες, την θεωρώ ιδιαίτερη  γι΄αυτό έχω γράψει πολλά κείμενα για τα βιβλία της. Μπορείτε να δείτε εδώ περισσότερα για αυτήν:https://biblionet.gr/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%89%CF%80%CE%BF/?personid=50912

Θα έχετε ακούσει σίγουρα για το βιβλίο της που μεταφέρθηκε στην σκηνή με μεγάλη επιτυχία : «Το αγόρι στο θεωρείο» Eδώ το κείμενό μου για το βιβλίο αυτό: https://frear.gr/?p=21309

Προσωπικά θεωρώ πως επειδή η πλουραλιστική μας κοινωνία και η δομή της αλλάζει παντοιοτρόπως, οι ανάγκες των εφήβων αλλάζουν. Οπότε χρειάζεται να ξεκινήσετε από δυνατά βιβλία του Σήμερα -όπως τα δύο πρώτα που σας έχω προτείνει. Θα σας δώσουν το ερέθισμα εκείνο που θα σας ωθήσει να προχωρήσετε στα διαβάσματά  σας. 

Κλείνω λέγοντας πως πιστεύω ότι εκείνο που πρέπει οπωσδήποτε να διαβάζετε είναι Θέατρο, και συγκεκριμένα τα έργα του Σαίξπηρ σε καλές μεταφράσεις (Μπελιές/Χειμωνάς). Για αρχή Ρωμαίος και Ιουλιέτα, Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας και Τρικυμία! Και να βλέπετε και πολύ θεάτρο, στο Εθνικό ανεβάζουν και εφηβικές παραστάσεις! Αλλά και για ενήλικες φυσικά. Το καλύτερο σχολείο, όπως πίστευαν και οι πρόγονοί μας!

Και μην ξεχνάμε την ΠΟIΗΣΗ βέβαια! Αλλά αυτό είναι άλλο κεφάλαιο!!!! Εξίσου  σημαντικό.Θα επανέλθω!

Αυτά για τώρα!

Μίνα Ξηρογιάννη Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ:https://4moms.gr/all-4-kids/diavasma/ayto-to-vivlio-exigei-ti-skeftontai-oi-efivoi/

 

 

Προφορικός και γραπτός λόγος

Ο προφορικός και ο γραπτός λόγος αποτελούν δύο ισότιμες μορφές επικοινωνίας με ιδιαίτερα ωστόσο χαρακτηριστικά που οριοθετούν επί της ουσίας τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά τους. Παρά τη γενικότερη εντύπωση πως ο γραπτός λόγος υπερέχει του προφορικού λόγω της καλύτερης εκφραστικής ποιότητας που επιτυγχάνεται σε αυτόν, ο προφορικός λόγος αποτελεί τη συνηθέστερη επικοινωνιακή μορφή, γεγονός που του προσδίδει ιδιαίτερη αξία και καθιστά καίριας σημασίας την ενίσχυσή του στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Τα θετικά χαρακτηριστικά του προφορικού λόγου

- Ο προφορικός λόγος είναι λόγος ζωντανός και αυθόρμητος∙ ικανοποιεί με αποτελεσματικότητα τις πλείστες καθημερινές ανάγκες επικοινωνίας των ανθρώπων και διακρίνεται για την αμεσότητά του, εφόσον η επικοινωνία πραγματώνεται μεταξύ ατόμων που συνομιλούν σε πραγματικό χρόνο. Η αμεσότητα, άλλωστε, του προφορικού λόγου πιστοποιεί κατά τρόπο σαφή τις εκφραστικές δυνατότητες του ατόμου, μιας και δεν προσφέρει περιθώρια προετοιμασίας ή σχεδιασμού, όπως αυτά δίνονται άπλετα στο γραπτό λόγο.

- Ο προφορικός λόγος είναι σαφώς πιο παραστατικός και προσφέρει στον ομιλητή τη δυνατότητα να ενισχύει τη νοηματική αξία των λέξεών του με τη χρήση παραγλωσσικών στοιχείων, όπως είναι οι εκφράσεις του προσώπου και οι χειρονομίες. Είναι ιδιαίτερο προνόμιο του προφορικού λόγου πως με τον επιτονισμό και μόνο της φωνής μια απλή λέξη ή έκφραση μπορεί να λάβει πλήθος νοηματικών προεκτάσεων, πλουτίζοντας έτσι το λόγο με τρόπους που δεν είναι εφικτοί στο γραπτό κείμενο. Όλο το φάσμα των συναισθημάτων μπορούν να περάσουν στην ομιλία του ατόμου ακριβώς μέσω του επιτονισμού, χωρίς να απαιτείται η ρητή λεκτική δήλωσή τους.
Ο ομιλητής έχει το σαφές πλεονέκτημα να ελέγχει το επίπεδο κατανόησης των λεγομένων του τη στιγμή ακριβώς που τα εκφέρει, κι αυτό του επιτρέπει να επανέρχεται με διευκρινίσεις και περαιτέρω συμπληρωματικά στοιχεία, προκειμένου να διασφαλίσει πως ο συνομιλητής του έχει κατανοήσει πλήρως το μεταδιδόμενο μήνυμα. Ενώ, ακόμη κι αν ο ίδιος δεν αντιληφθεί κάποια πιθανή παρανόηση ή ασάφεια, υπάρχει πάντοτε η δυνατότητα του συνομιλητή να εκφράσει τις απορίες του ή να θελήσει να επιβεβαιώσει πως έχει αντιληφθεί ορθά όσα έχει ακούσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Όπως είναι προφανές, τέτοιου είδους άμεση αλληλεπίδραση μπορεί να υπάρξει μόνο στο πλαίσιο μιας προφορικής -συνήθως- συνομιλίας ή τώρα πια ακόμη κι αν η συνομιλία διεξάγεται με την ανταλλαγή γραπτών μηνυμάτων, οπότε η γραπτή επικοινωνία προσεγγίζει ως ένα βαθμό την προφορική, σε ό,τι αφορά τουλάχιστον τη δυνατότητα παροχής διευκρινίσεων.

- Η αμεσότητα του προφορικού λόγου επιτρέπει την ουσιαστικότερη γνωριμία μεταξύ των ατόμων, και άρα την ανάπτυξη της κοινωνικότητας, μιας και παρέχει τη δυνατότητα μιας απρόσκοπτης και ταχύτερης επικοινωνιακής επαφής.
Παρά το γεγονός, άλλωστε, πως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης χρησιμοποιούν το γραπτό λόγο για την επίτευξη μιας ανάλογης επικοινωνίας, δεν μπορούν να προσφέρουν εντούτοις το σαφές κέρδος της δια ζώσης επαφής, της μη λεκτικής επικοινωνίας που διασφαλίζει η οπτική επαφή των ατόμων, αλλά και όλων εκείνων των παραγλωσσικών στοιχείων που χρωματίζουν την ομιλία του ατόμου, φανερώνοντας πάντοτε πολύ περισσότερα απ’ όσα οι λέξεις που χρησιμοποιεί.

- Ο προφορικός λόγος συνιστά μορφή φυσικής έκφρασης και είναι γι’ αυτό κτήμα όλων των ανθρώπων είτε έχουν παρακολουθήσει συστηματικές σπουδές είτε όχι. Σε αντίθεση, λοιπόν, με το γραπτό λόγο που προϋποθέτει ένα ικανοποιητικό επίπεδο σπουδών για την αποτελεσματική του χρήση, ο προφορικός λόγος εξυπηρετεί τις καθημερινές επικοινωνιακές ανάγκες ακόμη και αναλφάβητων ατόμων.

- Ο προφορικός λόγος διακρίνεται συνήθως για την απλότητα και τη σαφήνειά του, εφόσον δύσκολα αφήνει περιθώρια για πολύπλοκες συντακτικές δομές, όπως αυτές του γραπτού λόγου.

Τα μειονεκτήματα του προφορικού λόγου

- Ένα βασικό μειονέκτημα του προφορικού λόγου προκύπτει από την αμεσότητα έκφρασής του, που δεν επιτρέπει πάντοτε τη σχετική προετοιμασία, και αφορά την προχειρότητά του. Παρατηρούνται, έτσι, ασυνταξίες, αστοχίες στην επιλογή λέξεων λόγω βιασύνης, νοηματικά κενά λόγω της αδυναμίας του ομιλητή να ελέγξει αν ολοκλήρωσε τη νοηματική αλληλουχία των λεγομένων του, άσκοπα γεμίσματα του λόγου για να καλυφθεί ο χρόνος σκέψης, παύσεις, αλλά και ελλιπής συχνά τεκμηρίωση, εφόσον ο ομιλητής δεν έχει τον αναγκαίο χρόνο να οργανώσει με πληρότητα το λόγο του.
Η προχειρότητα του προφορικού λόγου, αν και είναι εύλογη και συνήθως συγχωρητέα, τον καθιστά εντούτοις περισσότερο ανεπίσημο και γι’ αυτό αποφεύγεται η απροσχεδίαστη χρήση του σε επίσημες ή μεγάλης βαρύτητας εκδηλώσεις, όπως είναι για παράδειγμα οι πολιτικές ομιλίες.

- Η ελλιπής οργάνωση του προφορικού λόγου και η προχειρότητά του ευθύνονται και για την αδυναμία του να αποδώσει με πληρότητα και ακρίβεια τα μεταδιδόμενα μηνύματα. Είναι σαφές, άλλωστε, πως κάθε ομιλητής, αν είχε το χρόνο να οργανώσει τις σκέψεις του, όπως αυτό συμβαίνει στο γραπτό λόγο, θα μπορούσε να αποδώσει πολύ πιο περιεκτικά και με μεγαλύτερη ακρίβεια όσα θα ήθελε να εκφράσει.

- Ο προφορικός λόγος είναι προσωρινός και οι συγκεκριμένες διατυπώσεις του ξεχνιόνται πολύ γρήγορα. Διατηρείται μόνο για περιορισμένο διάστημα στη μνήμη των συνομιλητών το γενικό του περιεχόμενο ή οι προθέσεις του. Αυτό, όμως, αποτελεί σημαντικό μειονέκτημά του, εφόσον δεν μπορεί να διασφαλίσει τη διαρκή διατήρηση των ιδεών και των απόψεων, όπως άριστα το επιτυγχάνει ο γραπτός λόγος.

Τα θετικά χαρακτηριστικά του γραπτού λόγου

- Ο γραπτός λόγος παρέχει στο άτομο τη δυνατότητα να επεξεργαστεί με προσοχή τις διατυπώσεις και τα εκφραστικά του μέσα επιτυγχάνοντας έτσι υψηλή ποιότητα λόγου. Απουσιάζουν, άρα, από το γραπτό λόγο οι αστοχίες και οι προχειρότητες του προφορικού, γεγονός που τον καθιστά ιδανικότερο για τις πιο επίσημες μορφές επικοινωνίας.

- Ο γραπτός λόγος προσφέρει στο άτομο το αναγκαίο περιθώριο χρόνου προκειμένου να οργανώσει κατάλληλα τις ιδέες και τα επιχειρήματά του. Οργάνωση που προσδίδει τελικά μεγαλύτερη ευστοχία και ακρίβεια στη γραπτή έκφραση σε σχέση με την αντίστοιχη προφορική. Το γραπτό κείμενο, επομένως, αποδίδει με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και πληρότητα τις σκέψεις του ατόμου, εφόσον αυτές είναι οργανωμένες, επαρκώς ανεπτυγμένες και έχουν επανελεγχθεί, ώστε ο γράφων να είναι βέβαιος πως δεν έχουν παραλειφθεί ουσιώδη επιχειρήματα ή ζητήματα.

- Ο γραπτός λόγος, εφόσον δεν παρέχει τη δυνατότητα διευκρινήσεων, ωθεί το άτομο σε μια αυστηρά δομημένη ανάπτυξη των σκέψεών του, με στόχο πάντοτε τη σαφή διατύπωση, ώστε να παρουσιάζεται με τον πληρέστερο τρόπο το μεταδιδόμενο μήνυμα.

- Σε αντίθεση με την προχειρότητα του προφορικού λόγου και τους συχνούς πλατειασμούς που συναντώνται σε αυτόν, ο γραπτός λόγος επιτρέπει τη νοηματική πυκνότητα, αλλά και τη διεξοδικότερη προσέγγιση του υπό ανάπτυξη ζητήματος. Ο γράφων έχει την ευχέρεια να επιλέξει τις κατάλληλες λέξεις και να προσέξει ιδιαίτερα τη δόμηση του κειμένου του.
Αντιστοίχως, έχει τη δυνατότητα να αξιοποιήσει πληρέστερα τις εκφραστικές του δυνατότητες, παρουσιάζοντας ένα κείμενο με πιο πλούσιο λεξιλόγιο και εναλλαγή συντακτικών δομών.

- Ο γραπτός λόγος διασφαλίζει τη διατήρηση των σκέψεων του ατόμου, ξεπερνώντας χρονικά και τοπικά όρια, όπως έχει ήδη επιτευχθεί με τη φιλοσοφική σκέψη, τον ποιητικό λόγο και τα ιστορικά έργα των αρχαίων Ελλήνων. Σε αντίθεση, έτσι, με το εφήμερο του προφορικού λόγου, ο γραπτός λόγος κατορθώνει να διαφυλάξει ακέραιες τις ιδέες και τις πνευματικές επιτεύξεις των ατόμων.

Τα μειονεκτήματα του γραπτού λόγου

- Ο γραπτός λόγος στερείται εκ των πραγμάτων την αμεσότητα του προφορικού λόγου και όλα εκείνα τα παραγλωσσικά στοιχεία που τόσο ενισχύουν και εμπλουτίζουν τη διαλογική επικοινωνία. Στο πλαίσιο του γραπτού λόγου, επομένως, μπορούν μεν να αποδοθούν με πληρότητα οι σκέψεις του ατόμου και χάρη στα σημεία στίξης να υπονοηθούν στοιχεία όπως είναι η ειρωνεία, η έκπληξη, η αμφιβολία κ.λπ., δεν μπορούν όμως τα λόγια του γράφοντος να αποκτήσουν ποτέ τη ζωντάνια και το ποικιλοτρόπως ενισχυόμενο νοηματικό εύρος που παρέχει η οπτική επαφή και το άκουσμα της φωνής του ομιλητή.

- Ο γραπτός λόγος δεν προσφέρει στο άτομο τη δυνατότητα άμεσης λήψης στοιχείων ανατροφοδότησης, όπως είναι οι εκφράσεις του συνομιλητή, οι αντιδράσεις και οι απορίες του, που χαρακτηρίζουν τη ζωντανή προφορική επικοινωνία. Ο γράφων, επομένως, δεν μπορεί να γνωρίζει πραγματικά ποιος ήταν ο άμεσος αντίκτυπος των λόγων του, ούτε έχει τη δυνατότητα να δώσει άμεσα διευκρινίσεις και επεξηγήσεις στον αποδέκτη του κειμένου του. Στοιχείο που τον ωθεί βέβαια να επιδιώκει τη σαφέστερη και πληρέστερη δυνατή διατύπωση, του στερεί όμως την άμεση αλληλεπίδραση.

- Ο γραπτός λόγος δεν έχει τη φυσικότητα του προφορικού, ούτε κατακτάται με την ίδια ευκολία από όλα τα άτομα, γεγονός που τον καθιστά μέσο επικοινωνίας κυρίως των ανθρώπων που έχουν ακολουθήσει συστηματικές σπουδές κι έχουν αποκτήσει άνεση και ευχέρεια στη χρήση του.
Ο γραπτός λόγος θέτει, επομένως, εμπόδια στην επικοινωνία μεταξύ ατόμων που έχουν σημαντική απόκλιση εκπαιδευτικού υπόβαθρου, εφόσον δεν επιτρέπει πάντοτε την απλοποίηση ή τις ποικίλες αποσαφηνίσεις που τόσο διευκολύνουν την προφορική επικοινωνία ακόμη και ανάμεσα σε άτομα τελείως άνισου γνωστικού επιπέδου.

- Ο γραπτός λόγος είναι ιδιαίτερα χρονοβόρος σε σχέση με τον προφορικό, γι’ αυτό και δεν επιλέγεται για τις τρέχουσες επικοινωνιακές ανάγκες. Ο γράφων οφείλει να αφιερώσει σημαντικό χρόνο για να δομήσει σωστά το κείμενό του, να ελέγξει τις εκφραστικές του επιλογές και να διασφαλίσει τη σαφήνεια των διατυπώσεών του, γεγονός που λειτουργεί αποτρεπτικά για τη συχνή αξιοποίησή του.

[ΠΗΓΗ: https://latistor.blogspot.com/2015/09/blog-post_30.html]

 

 

Η μάγισσα [Δημοτικό τραγούδι]

[https://latistor.blogspot.com/2015/10/blog-post_25.html]

Μάθημα: Νέα Ελληνική Λογοτεχνία Τάξη:

Α΄ Ενότητα: «Τα φύλα στη Λογοτεχνία»

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Η μάγισσα

Μαύρα μου χελιδόνια απ’ την έρημο,

κι άσπρα μου περιστέρια της ακρογιαλιάς,

αυτού ψηλά που πάτε κατ’ τον τόπο μου,

μηλιά ’χω στην αυλή μου και κονέψετε,

και πείτε της καλής μου, της γυναίκας μου:

Θέλει καλόγρια ας γίνει, θέλει ας παντρευτεί,

θέλει τα ρούχα ας βάψει, μαύρα να ντυθεί,

να μη με παντυχαίνει, μη με καρτερεί.

Τι εμένα με παντρέψαν δω στην Αρμενιά,

και πήρα Αρμενοπούλα, μάγισσας παιδί,

οπού μαγεύει τ’ άστρη και τον ουρανό,

μαγεύει τα πουλάκια και δεν απετούν,

μαγεύει τα ποτάμια και δεν τρέχουνε,

τη θάλασσα μαγεύει και δεν κυματεί,

μαγεύει τα καράβια και δεν αρμενούν,

μαγεύει με κι εμένα και δεν έρχομαι.

Όντας κινάω για νά ’ρθω, χιόνια και βροχές,

κι όντας γυρίζω πίσω, ήλιος ξαστεριά.

Σελλώνω τ’ άλογό μου, ξεσελλώνεται,

ζώνομαι το σπαθί μου και ξεζώνεται,

πιάνω γραφή να γράψω και ξεγράφεται.

(Νικολάου Πολίτου, Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού, 1914)

κονεύω: διαμένω προσωρινά κάπου

αντυχαίνω: περιμένω

απετούν: πετούν

********************

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

α1. Να καταγράψετε τα πρόσωπα της αφήγησης. (9 μονάδες)

Τα πρόσωπα της αφήγησης είναι τα ακόλουθα:

Ποιητικό υποκείμενο και αφηγητής της ιστορίας είναι ο νεαρός ήρωας που βρίσκεται παντρεμένος στην Αρμενία μακριά από τη γυναίκα του.

Η κόρη της μάγισσας που γίνεται γυναίκα του ήρωα με τη βοήθεια της μαγείας.

Η γυναίκα του νέου, που δεν γνωρίζει ακόμη την τύχη του συζύγου της.

Προσωποποιημένα παρουσιάζονται τα χελιδόνια και τα περιστέρα, τα οποία καλούνται από τον ήρωα να μεταφέρουν στη γυναίκα του την είδηση για τον γάμο του στην ξενιτιά.

α2. Πώς προσδιορίζεται ο χρόνος και ο χώρος μέσα στο ποίημα; Να επισημάνετε τις συγκεκριμένες φράσεις. (8 μονάδες)

Στο ποίημα οι προσδιορισμοί χρόνου είναι ελάχιστοι και κυρίως έμμεσα δοσμένοι, όπως για παράδειγμα η αναφορά στην αποδημία των χελιδονιών (Μαύρα μου χελιδόνια απ’ την έρημο... αυτού ψηλά που πάτε κατ’ τον τόπο μου), που μπορεί να τοποθετήσει τη δράση του ποιήματος στους μήνες την άνοιξης, όταν τα χελιδόνια φεύγουν από την Αφρική και κατευθύνονται προς τις μεσογειακές περιοχές.

Μπορούμε, πάντως, να διακρίνουμε τις χρονικές διαφοροποιήσεις στα επιμέρους επεισόδια του ποιήματος. Έχουμε, έτσι, το μελλοντικό χρόνο σε σχέση με το τι θα επιλέξει η γυναίκα του νέου να κάνει, εφόσον αυτός δεν θα επιστρέψει πια κοντά της (Θέλει καλόγρια ας γίνει, θέλει ας παντρευτεί). Εντοπίζουμε τον παρελθοντικό χρόνο στην αναφορά του ήδη συντελεσμένου γάμου του νέου (Τι εμένα με παντρέψαν δω στην Αρμενιά, και πήρα Αρμενοπούλα). Ενώ, προκειμένου να δοθεί η αίσθηση της διαρκούς μαγικής δύναμης της γυναίκας, αλλά και των συνεχιζόμενων προσπαθειών του ήρωα να ξεφύγει από το χώρο της ξενιτιάς επιλέγεται παροντικός χρόνος (μαγεύει τα πουλάκια και δεν απετούν... / Σελλώνω τ’ άλογό μου, ξεσελλώνεται).

Σε ό,τι αφορά τον χώρο υπάρχει μόνο ένας σαφής προσδιορισμός, καθώς ο αφηγητής δηλώνει πως τον πάντρεψαν στην Αρμενία (Τι εμένα με παντρέψαν δω στην Αρμενιά). Ενώ, η δική του πατρίδα δηλώνεται με μια αόριστη αναφορά (αυτού ψηλά που πάτε κατ’ τον τόπο μου). Έχουμε, επίσης, μια ειδικότερη παρατήρηση για το σπίτι του ήρωα (μηλιά ’χω στην αυλή μου και κονέψετε).

α3. Να αναφέρετε με στοιχεία του κειμένου σε ποιους απευθύνεται ο αφηγητής. (4 μονάδες) Να σχολιάσετε την επιλογή του αυτή. (4 μονάδες)

Μαύρα μου χελιδόνια απ’ την έρημο,

κι άσπρα μου περιστέρια της ακρογιαλιάς,

αυτού ψηλά που πάτε κατ’ τον τόπο μου

Ο αφηγητής επιλέγει να απευθύνει την έκκλησή του στα μαύρα χελιδόνια που έρχονται από την έρημο και στα άσπρα περιστέρια της ακρογιαλιάς. Επιλέγει, δηλαδή, να ζητήσει από τα πουλιά να μεταφέρουν στη γυναίκα του το μήνυμα για τον νέο του γάμο, μιας κι ο ίδιος όσες φορές κι αν προσπάθησε να φύγει από την Αρμενία δεν τα κατάφερε. Τα αποδημητικά πουλιά, που κατευθύνονται προς τη μεσογειακή πατρίδα του, θα μπορέσουν πιθανώς να κάνουν ό,τι ο ίδιος αδυνατεί.

Ας σημειωθεί, βέβαια, πως στη δημοτική ποίηση είναι σύνηθες να εξανθρωπίζονται πουλιά και ζώα, τα οποία αποκτούν τη δυνατότητα να μιλούν στους ανθρώπους, μεταφέροντάς τους μηνύματα κι ειδήσεις ή θρηνώντας μαζί τους κ.ά. Ό,τι, άρα, μοιάζει ως παράδοξη προσδοκία του ήρωα -η μεταφορά της είδησης με τη συνδρομή των πουλιών-, στον ιδιαίτερο κόσμο της δημοτικής ποίησης αποτελεί μια εφικτή πραγματικότητα.

β1. Ποια εικόνα σχηματίζουμε για τη γυναίκα του ήρωα και ποια για τη γυναίκα- μάγισσα που τον κρατάει στην ξενιτιά; (10 μονάδες) Πώς εξηγείτε τον σχηματισμό των δύο αυτών διαφορετικών στερεοτύπων; (5 μονάδες)

Η γυναίκα του ήρωα, η καλή του, όπως τη χαρακτηρίζει, βρίσκεται χωρίς εκείνον στην πατρίδα, μη γνωρίζοντας τίποτε για την τύχη του, να τον περιμένει καρτερικά. Παρά το γεγονός ότι η απουσία του θα μπορούσε να σημαίνει πως εκείνος είναι ακόμη και νεκρός, η γυναίκα του τον περιμένει υπομονετικά, χωρίς να αλλάζει τίποτα στη ζωή της, εφόσον σε ό,τι την αφορά εκείνος είναι ζωντανός και είναι πάντοτε ο σύζυγός της.

Η γυναίκα-μάγισσα παρουσιάζεται ως υπερβολικά ισχυρή, εφόσον μπορεί να έχει υπό τον έλεγχό της κάθε ζωντανό πλάσμα, μεταξύ αυτών και τον ήρωα, αλλά και όλα τα στοιχεία της φύσης. Ο ήρωας δεν δίνει για εκείνη κάποιον αξιολογικό χαρακτηρισμό, πέρα από το γεγονός ότι βρίσκεται εξαναγκαστικά εκεί εξαιτίας των μαγικών της δυνάμεων, γεγονός που υποδηλώνει πως η γυναίκα αυτή δεν έχει τον αναγκαίο σεβασμό απέναντι στις επιθυμίες του άντρα που έχει καθηλώσει στη χώρα της. Αδιαφορεί για το γεγονός ότι αυτός έχει δική του οικογένεια στην πατρίδα του και τον εμποδίζει με κάθε τρόπο, όταν αυτός επιχειρεί να φύγει από την Αρμενία. Πρόκειται, άρα, για μια γυναίκα που εκμεταλλεύεται τις δυνάμεις της προκειμένου να επιτύχει τους ιδιοτελείς σκοπούς της.

Το στερεότυπο της απόλυτα πιστής συζύγου που περιμένει τον άνδρα της, για όσο καιρό κι αν αυτός λείπει, χωρίς να προχωρά τη δική της ζωή, αποτελούσε σε μεγάλο βαθμό μια επιβεβλημένη κατάσταση για τις γυναίκες παλαιότερων εποχών. Οι γυναίκες, άλλωστε, βρίσκονταν υπό το διαρκή έλεγχο του κοινωνικού τους περίγυρου, οπότε δεν είχαν τη δυνατότητα να αψηφήσουν τη συζυγική τους ταυτότητα, χωρίς να δεχτούν αυστηρές επικρίσεις. Η γυναίκα αυτή, επομένως, περιμένει καρτερικά, και θα μπορέσει να αλλάξει κάπως τη ζωή της, μόνο όταν θα λάβει την άδεια του συζύγου της, ο οποίος της δίνει μερικές εναλλακτικές επιλογές (νέος γάμος, χηρεία, μοναχικός βίος). Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, πως η γυναίκα βρισκόταν είτε υπό τον έλεγχο του πατέρα της είτε υπό τον έλεγχο του συζύγου της, και δεν είχε το δικαίωμα να λαμβάνει πρωτοβουλίες, ούτε για την ίδια της τη ζωή.

Το στερεότυπο της μάγισσας έχει προκύψει από τα ίδια δεδομένα καταπίεσης και ασφυκτικού ελέγχου των γυναικών. Εφόσον μόνο οι άνδρες είχαν τη δυνατότητα να λαμβάνουν αποφάσεις για τη μοίρα της οικογένειάς τους, οι γυναίκες έμεναν περιορισμένες στο ρόλο του εκτελεστή οδηγιών. Κλεισμένες στο σπίτι και ανήμπορες να αναλάβουν κατά δημόσιο τρόπο δράση, κατέφευγαν σε παρασκηνιακές ενέργειες και σε ό,τι θα μπορούσε να τους δημιουργήσει την ψευδαίσθηση έστω πως έχουν κάποιον έλεγχο πάνω στη ζωή τους. Τα μάγια προέκυψαν ακριβώς μέσα από αυτό το παρασκηνιακό πλαίσιο δράσης κι από τη διαρκή επιθυμία των γυναικών να λάβουν κι αυτές το δικαίωμα να επηρεάζουν καταστάσεις και ανθρώπους. Πατώντας στην αμάθεια, στο φόβο και στις προκαταλήψεις των ανθρώπων της εποχής τους, ορισμένες γυναίκες ισχυρίζονταν πως μπορούσαν να ελέγξουν τους άλλους με μαγικά ξόρκια, φίλτρα και κατάρες∙ στοιχεία που δεν απαιτούσαν ούτε σωματική ρώμη, μα ούτε και κοινωνική αναγνώριση, που αποτελούσαν τη βάση της ισχύος των ανδρών. Με όχημα το φόβο της άγνοιας, επομένως, στα παλαιότερα χρόνια βρήκαν την ευκαιρία κάποιες γυναίκες να διεκδικήσουν για τον εαυτό τους ένα μερίδιο δύναμης, εφόσον ο κόσμος τις αντιμετώπιζε με δέος και έτρεμε την οργή τους.

Ας προσεχθεί, βέβαια, πως η ισχυρότερη δύναμη των γυναικών, η ερωτική έλξη που ασκούσαν στους άνδρες, αποδιδόταν αρκετά συχνά σε παρέμβαση μαγείας, ιδίως όταν ο άνδρας-θύμα ήταν παντρεμένος ή συσχετιζόταν με μια γυναίκα που δεν βρισκόταν σε αντάξια για εκείνον κοινωνική θέση. Αφού ούτε η συνειδητή μοιχεία μπορούσε να γίνει αποδεκτή, αλλά ούτε κι ένας νέος άντρας να έλκεται από μία μεγαλύτερη γυναίκα ή ένας πλούσιος από μία φτωχή, η υποτιθέμενη παρέμβαση μαγείας προσέφερε μια βολική εξήγηση.  

β2. Να αναφέρετε τις επιλογές που έχει η γυναίκα του ήρωα. (5 μονάδες). Να επισημάνετε τις δυνάμεις που επηρεάζει η γυναίκα-μάγισσα. (5 μονάδες)

Η γυναίκα του αφηγητή, με βάση τις επιλογές που της προσφέρει, μπορεί είτε να αποσυρθεί σε κάποιο μοναστήρι και να γίνει καλόγρια, εφόσον δεν έχει πια έναν άνδρα κοντά της, είτε να ξαναπαντρευτεί, ώστε να μπορέσει να ενταχθεί και πάλι στην κοινωνία ως η σύζυγος κάποιου άλλου άνδρα και να δημιουργήσει μια νέα οικογένεια, είτε τέλος να βάψει τα ρούχα της μαύρα και να δηλώσει πως βρίσκεται σε χηρεία, γεγονός που θα της εξασφάλιζε το σεβασμό και την κατανόηση του κοινωνικού της περίγυρου.

οπού μαγεύει τ’ άστρη και τον ουρανό,

μαγεύει τα πουλάκια και δεν απετούν,

μαγεύει τα ποτάμια και δεν τρέχουνε,

τη θάλασσα μαγεύει και δεν κυματεί,

μαγεύει τα καράβια και δεν αρμενούν,

μαγεύει με κι εμένα και δεν έρχομαι.

Όντας κινάω για νά ’ρθω, χιόνια και βροχές,

κι όντας γυρίζω πίσω, ήλιος ξαστεριά.

Σελλώνω τ’ άλογό μου, ξεσελλώνεται,

ζώνομαι το σπαθί μου και ξεζώνεται,

πιάνω γραφή να γράψω και ξεγράφεται.

Η γυναίκα-μάγισσα είναι ικανή να μαγέψει τα αστέρια και τον ουρανό∙ μπορεί να μαγέψει τα πουλιά, ώστε να μην πετούν, τα ποτάμια να μην τρέχουν, τη θάλασσα, ώστε να μην κυματίζει και τα καράβια, ώστε να μην πλέουν. Μπορεί, συνάμα, να μαγεύει και τον αφηγητή, ώστε να μην μπορεί να επιστρέψει στην πατρίδα του. Όπως, μάλιστα, το περιγράφει ο ίδιος, κάθε φορά που ξεκινάει να φύγει αρχίζει να χιονίζει και να βρέχει, ενώ μόλις ματαιώνει το ταξίδι και γυρίζει πίσω ο ουρανός καθαρίζει κι ο ήλιος λάμπει. Κάθε φορά που σελώνει το άλογό του, αυτό ξεσελώνεται∙ κάθε φορά που ζώνεται το σπαθί του, αυτό ξεζώνεται και κάθε φορά που γράφει κάποιο γράμμα, αυτό ξεγράφεται, καθιστώντας έτσι αδύνατη κάθε του προσπάθεια να γυρίσει στην πατρίδα του ή να επικοινωνήσει έστω με τους δικούς του.

ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ (2)

ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ - ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Ορισμός
Τα δημοτικά τραγούδια είναι έμμετρα κείμενα που έχουν τις ρίζες τους στα αρχαία λαϊκά τραγούδια. Είναι τα πρώτα μνημεία της νεοελληνικής λογοτεχνίας και εκφράζουν τους πόθους και τα ιδανικά του λαού. Δημιουργός του δημοτικού τραγουδιού είναι ο λαός (ο δήμος). Η αρχική του σύλληψη, βέβαια, γίνεται από ένα άτομο που έχει το χάρισμα της στιχουργίας. Στη συνέχεια, όμως, το αυτοσχέδιο αυτό τραγούδι, αν αρέσει στον λαό, το υιοθετεί και γίνεται κτήμα όλων,
αφού ο αρχικός δημιουργός ξεχνιέται. Καθώς το δημοτικό τραγούδι διαδίδεται από στόμα σε στόμα σε διάφορες περιοχές, παθαίνει ορισμένες μεταβολές. ‘Έτσι δημιουργούνται οι παραλλαγές, οι διαφορετικές μορφές που παίρνει το ίδιο τραγούδι στους διάφορους τόπους. (π.χ. Ο θάνατος του Διγενή: δημοτικό σε κρητική, κυπριακή, ποντιακή
παραλλαγή)

Τα δημοτικά τραγούδια δεν απαγγέλλονταν σαν ποιήματα, αλλά τραγουδιούνταν και συχνά χορεύονταν.

Χαρακτηριστικά δημοτικών τραγουδιών

1. Ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος στίχος: μια άτονη και μια τονισμένη συλλαβή ( ꙼ ΄)
2. Η αρχή της ισομετρίας: κάθε στίχος έχει ολοκληρωμένο νόημα, δεν υπάρχουν διασκελισμοί
(δηλαδή δεν υπάρχουν περιπτώσεις όπου το νόημα ολοκληρώνεται στον επόμενο στίχο).
3. Επανάληψη ή ολοκλήρωση του νοήματος του πρώτου ημιστίχιου στο δεύτερο:
π.χ. «Το Μάη επαντρεύτηκε, το Μάη γυναίκα πήρε».
4. Δεν υπάρχει ομοιοκαταληξία.
5. Ο λιτός και πυκνός λόγος: αποφεύγονται τα πολλά επίθετα και κυριαρχούν τα ρήματα και τα
ουσιαστικά που χαρίζουν κίνηση και ζωντάνια στον λόγο. Ζωντάνια δίνει και ο διάλογος, που είναι
απαραίτητο στοιχείο του δημοτικού τραγουδιού.
6. Οι τολμηρές προσωποποιήσεις: τα βουνά, τα δέντρα, τα άλογα, τα πουλιά, κάθε άψυχο και
έμψυχο μιλούν όπως οι άνθρωποι, συμπάσχουν και παίρνουν μέρος στη δράση.
7. Η συμμετοχή της φύσης στη δράση.
8. Η χρήση στερεότυπων εκφράσεων και ο νόμος των τριών: π.χ. «Τρία πουλάκια κάθονται…»
9. Η χρήση των άσκοπων ερωτημάτων που ουσιαστικά δεν χρειάζονται απάντηση:
π.χ. «Γιατί είναι μαύρα τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα;
Μην άνεμος τα πολεμά, μήνα βροχή τα δέρνει;
Κι' ουδ' άνεμος τα πολεμά, κι' ουδέ βροχή τα δέρνει,
μόνε διαβαίνει ο Χάροντας με τους αποθαμένους».
10. Η χρήση του θέματος του αδυνάτου:
π.χ. «Αν τρέμουν τ' άγρια βουνά, να τρέμει το γεφύρι
Κι αν πέφτουν τα άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες».
11. Οι συχνές επαναλήψεις
12. Η υπερβολή: π. χ. «Σπίτι δεν τον εσκέπαζε, σπήλιο δεν τον εχώρει».

 

https://gym-pera-chorio-nisou-lef.schools.ac.cy/images/mydocuments/ekp_yliko/a-nea/dimotiki-poi.pdf

ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ (1)

Το ελληνικό δημοτικό τραγούδι ως λογοτεχνικό είδος αντλεί το υλικό του από την προφορική λογοτεχνική παράδοση, δηλαδή αυτήν που αναπτύσσεται από την ανάγκη που έχει κάθε άτομο και γενικότερα κάθε λαός να εκφράσει τα συναισθηματικά του και ψυχικά φορτία, τα ιδανικά του, τους πόνους και τις χαρές του, ακόμα τις εντυπώσεις και τις σκέψεις του μέσα στην ευκολο μνημόνευτη ποίηση.Γενικά

Δημοτική ποίηση έχουν αναπτύξει σχεδόν όλοι οι λαοί. Στον ευρύτερο γεωπολιτικό χώρο των Βαλκανίων η δημοτική ποίηση είναι ιδιαίτερα έντονη ακριβώς λόγω των πολλών ιστορικών εξελίξεων που συνέβησαν από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα η οποία και συνδέεται με τις όψεις της κοινωνικής δραστηριότητας κάθε εποχής, ή -στην περίπτωση των επικών Κλέφτικων- με την πρακτική της κοινω­νικής αντί­δρασης, ατομικής ή συλλογικής, στον εκάστοτε εξουσιαστικό φορέα. Κατόπιν συνδέθηκε στενά με την πρακτική της εθνογένεσης, υπό την επίδραση της ρομαντικης ιδεολογίας του volksgeist.
Καθο­ριστικός παράγοντας στη διαμόρφωση του χαρα­κτήρα της προφορικής λογοτεχνίας αποτελεί αναμφισβήτητα η σύνδεσή της με προγενέστερα είδη. Η συνεχής αναδημιουργία και μετάλλαξη αποκαλύπτεται κυρίως με όσα απορρόφησε το συγκεκριμένο είδος κατά την πορεία του μέσα στον χρόνο. Η αφομοίωση ξένων στοιχείων σχετίζεται με διαφορετικούς τρόπους ζωής, σύμφωνα με τους οποίους νέα γεγονότα καθορίζουν και επιβάλλουν τις διαδικασίες επιλογής των απορροφούμενων στοιχείων. Ωστόσο, αυτή η διαδικασία εκσυγχρονισμού είχε ως αποτέλεσμα τον βαθμιαίο εκτοπισμό αυθεντικών παραδοσιακών στοι­χείων.

Δημοτικό τραγούδι και παραδόσεις

Ως παράδοση ή θρύλος αναφέρεται η μυθική (προφορική) αφήγηση, άμεσα συνδεδεμένη με δεδομένο τόπο, χρόνο και πρόσωπα. Οι φανταστικές επινοήσεις αλληλο­συμπλέκονται με ιστορικά ή πρωτοϊστορικά στοιχεία της προφορικής παράδοσης και το ακροατήριο τις αποδέχεται συνήθως ως αληθινές. Το αποτέλεσμα της συνδυαστικής εκφοράς του λόγου είναι η συναισθηματική φόρτιση όχι μόνο του υποκειμένου που δρα αλλά και του ακροατηρίου. Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται ο υποβλητικός χαρακτήρας της αφήγησης και η πίστη στο περιεχόμενό της. Οι αναφορές σε ορισμένο τόπο, χρόνο και πρόσωπο αποτελούν το ρεαλιστικό χαρακτήρα της παράδοσης, όπως συμβαίνει άλλωστε και στο δημοτικό τραγούδι. Ο γεωγραφικός χώρος, οι περιγραφές από την καθημερινότητα της κοινοτικής ζωής ή χρηστικά αντικείμενα, όπως η βρύση, ο μύλος, ο βράχος, το γεφύρι, η στάμνα, το δακτυλίδι, ή η βέρα, το μαντήλι, κ.ά «αποδεικνύουν» την εγκυρότητα του συμβάντος που περιγράφεται. Στα παραδοσιακά δημοτικά τραγούδια διακρίνουμε στοιχεία που σχετίζονται με την κοινωνική, θρησκευτική και υλική ζωή των Ελλήνων.

Εξίσου κοινό σημείο της παράδοσης και του δημοτικού τραγουδιού είναι η αναγωγή της αφετηρίας τους σε βαθύτερες ρίζες. Έτσι τα θέματα και τα μοτίβα των δημοτικών τραγουδιών, όπως και της παράδοσης, πέρασαν στα νεότερα σημερινά τραγούδια.
Κοινοί είναι στις περισσότερες των περιπτώσεων και οι λόγοι που οδηγούν στη δημιουργία των τραγουδιών και της λαϊκής παράδοσης. Τόσο τα ιστορικά γεγονότα όσο και καθαρά ψυχολογικές δομές στην ατομική και τη συλλογική λειτουργία, είναι ικανές να προκαλέσουν την αυθόρμητη λυρική δημιουργία. Το δημοτικό τραγούδι, με την έννοια της απρόσωπης ποιητικής και μουσικής δημιουργίας, αντιστοιχεί στο κοινωνικό στρώμα της πατριάς. Στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, σε μια ομάδα που χαρα­κτηρίζεται από την κλειστή αγροτική οικονομία, υπάρχει ο τραγουδιστής, ο άνθρωπος που φτιάχνει το τραγούδι, χωρίς ωστόσο να έχει τη συνείδηση δημιουργού.
Η συλλογικότητα είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα και των δύο ανωτέρω ειδών της προφορικής λογοτεχνίας. Κατά τη δημιουργία των παραδόσεων, όπως και των δημοτικών τραγουδιών, ο δημιουργός συνθέτει αυτό που αργότερα μετουσιώνεται σε πνευματικό προϊόν της κοινότητας. Καθώς το τραγούδι μοιράζεται, στην πραγματικότητα μεταβάλλεται σε συνθετικό έργο ολόκληρων γενεών. Η ομήγυρη και η κοινωνική πραγμα­τικότητα αναπλάθει και αναπροσαρμόζει την παράδοση, όπως άλλωστε και ο καθένας που τραγουδάει το τραγούδι και το αλλάζει, είτε γιατί δεν το θυμάται, είτε γιατί το προσαρ­μόζει στη δική του ψυχική ιδιοσυγκρασία, εξ ου και οι διάφορες παρατηρούμενες παραλλαγές.
, τα φανταστικά και καθ’ υπερβολήν στοιχεία που παρουσιάζουν και τα δύο είδη καταλήγουν σε υποβλητικό αφηγηματικό χαρακτήρα και ενδυναμώνουν την πίστη στο περιεχόμενό τους. Στο σημείο αυτό αξιοσημείωτη διαφορά εντοπίζεται στην αδυναμία των προσώπων της παράδοσης κατά τις αναμετρήσεις τους με το υπερφυσικό στοιχείο και την παθητική υποταγή τους. Διαφορετικός εμφανίζεται ο κεντρικός χαρακτήρας τόσο των ακριτικών τραγουδιών, όσο και των κλέφτικων που δε γνωρίζει και δεν επιθυμεί συμβιβασμούς στη δράση του.
" «Πλην της αρχαίας απλότητας και λιτότητας, παρατηρούμεν και ακραφνές νεωτερικόν πάθος και σθένος ακαταδάμαστον εις τα δημοτικά τραγούδια, όπου η γλώσσα είναι έμπνεως ορμής προς απόσεισιν του ξενικού ζυγού και αδιαλλάκτου μίσους προς τους απίστους μουσουλμάνους. Τα κλέφτικα τραγούδια νομίζεις πως είναι χείμαρροι αφρισμένοι, εκρέοντες όχι από ανθρώπινα χείλη, αλλ΄από τους βράχους της Οίτης και του Ολύμπου». Mendelsohn Bartholdy.
 
Ιστορικές συνάφειες
Το ελληνικό δημοτικό τραγούδι δεν έπαψε ποτέ να υφίσταται όπως και δεν έπαψαν οι Έλληνες να γλεντούν, να παντρεύονται ή να μοιρολογούν τα προσφιλή τους πρόσωπα. Η δημοτική ποίηση εμφανίζεται με την ίδια κοινωνική συμπτωματολογία της ανώνυμης ποίησης που ανιχνεύουμε στην αρχαιότητα. Το δημοτικό τραγούδι συνεχίζει αδιάλειπτα να αποτελεί τον εκπολιτιστικό καρπό μιας κοινωνίας που χαρακτηριζόταν από την πατριαρχική της οργάνωση και την κλειστή αγροτική οικονομία της.
Ο βασικός πυρήνας των δημοτικών τραγουδιών περιλαμβάνει στοιχεία κυρίως μη αφηγηματικά, στα οποία κυριαρχεί το συναίσθημα και οι άμεσες αναφορές στην καθη­μερινή ζωή, τις χαρές τις λύπες του λαού που τα δημιουργεί και τα χρησιμοποιεί. Τόσο στον κύκλο της ζωής (νανουρίσματα, ταχταρίσματα, μοιρολόγια, γάμου, ξενιτιάς) όσο και στον κύκλο του χρόνου (κάλαντα, αποκριάτικα) τα δημοτικά τραγούδια είναι αλληλένδετα με τα σχετικά έθιμα.
Από τις ανωτέρω κατηγορίες, βάσει της ταξινόμησης των ελληνικών τραγουδιών που επιχειρεί ο Ν. Πολίτης, ξεχωρίζουν για τη σύνδεσή τους με την ιστορία και την αφηγηματικότητά τους τα επικά τραγούδια. Στα επικά ανήκουν τα «ακριτικά», τα παλαι­ότερα δημιουργήματα της δημοτικής ποίησης του Πόντου και της Καππαδοκίας, που αφηγούνται τις δοκιμασίες των ακριτών της βυζαντινής περιόδου, αλλά αντλούν το υλικό τους από την αρχαιότερη παράδοση της ευρύτερης ιρανοαφγανικής επικράτειας και τις επικές αφηγήσεις των πεχλιβά(νηδων) ακριτών της επαρχίας του Σεϊστάν.
Από την ίδια κατηγορία των επικών προβάλλουν τα «κλέφτικα», που τραγουδούν την αγωνία του ελληνισμού στα χρόνια της σκλα­βιάς και τα «ιστορικά», που παραθέτουν ιστορικά γεγονότα, αλώσεις πόλεων, μάχες, πολιορκίες και γενναίες πράξεις αγωνιστών. Ορισμένα από τα «ιστορικά» τραγούδια αναφέρονται και σε γεγονότα της νεότερης ελληνικής ιστορίας, της περιόδου 1881-1913, της μικρασιατικής καταστροφής, του β’ παγκόσμιου πόλεμου και του εμφυλίου.
Είναι γεγονός ότι μετά την οθωμανική κατάκτηση οι Έλληνες υπόδουλοι, ευρισκόμενοι ως κοινωνική ομάδα στο περιθώριο ενός αρνητικού απέναντί τους κράτους, του Οθωμανικού, στήριξαν την ομαδική τους λειτουργία στην παράδοσή τους. Το δημοτικό τραγούδι, εξελισ­σόμενο παρακολουθούσε την ιστορική πορεία του ελληνισμού, εκφράζοντας τις ιδιαιτε­ρότητες της ελληνικής κοινωνίας, αντανακλώντας τις εκάστοτε επικρατούσες συνθήκες, σχολιάζοντας τα γεγονότα. Στο πλαίσιο αυτό, ο λαο­γράφος Ζαμπέλιος, θεωρούσε ότι τα δημοτικά τραγούδια γεννήθηκαν μόλις χάθηκε η πολιτική ελευθερία και σκοπός τους ήταν να διαμηνύουν την ανάκτησή της. Τα τραγούδια, ο λαϊκός στίχος, οι κλέφτες «περί την αυτήν, ως έγγιστα, εποχήν θέλουσι αποσυρθεί της σκηνής, ήγουν τότε, ότε σύμπαν πολιτικώς το γένος αποκατασταθήσεται».
Τα λόγια αυτά, εκτός από την οριοθέτηση της πορείας των δημοτικών τραγουδιών, υποδηλώνουν την εθνική σκοπιμότητα που παρεισέφρυσε στη μελέτη και χρήση τους, μια τάση που κυριάρχησε και σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ειδικότερα στον ελληνικό χώρο, το δημοτικό τραγούδι με την ποιητική αρετή του, ως ανάγκη πολιτιστικής φυσιογνωμίας, ως ζήτημα επιβίωσης, χρησιμοποιήθηκε αντισταθμιστικά ως προς τις θεωρίες του Φαλμεράυερ, λειτούργησε ως αποδει­κτική ζεύξη της ιστορικής συνέχειας του έθνους ανά τους αιώνες και ιδιαίτερα από το αποκαλούμενο ένδοξο ηρωικό παρελθόν της αρχαιότητας.
Ανακαλύπτοντας τη λαϊκή ποίηση, οι μελετητές και οι συλλογείς των δημοτικών τραγουδιών, απέκτησαν εθνική αυτοπεποίθηση και οδηγήθηκαν, καθώς φαίνεται, σε υπερβολές. Παραβλέποντας την αυστηρά οργανωμένη, μονότονα επαναλαμβανόμενη μορφή του δημοτικού τραγουδιού, όπως άλλωστε κάθε προφορικής λογοτεχνίας, προχώρησαν στην τροποποίησή του. Στα βήματα του Σπ. Ζαμπέλιου, ο θεμελιωτής της επιστήμης της λαογραφίας Νικόλαος Πολίτης, αλλά και ο μαθητής του Στίλπων Κυριακίδης αναδημοσίευαν νοθευμένα δημοτικά τραγούδια παράγοντας εξιδανικεύσεις και ιδεολογήματα περί ηρωικής επανάστασης και εθνικής παλιγγενεσίας.
Τα δημοτικά τραγούδια στο πέρασμα του χρόνου υπέστησαν αρκετές αλλοιώσεις και σώζονται σε πολλές παραλλαγές. Πολλά παλιά δημοτικά τραγούδια που συγκεντρώθηκαν και ταξινομήθηκαν τον 19ο αι. έως τις αρχές του 20ου αι., ακόμα και τη στιγμή της καταγραφής τους από τους Έλληνες και ξένους μελετητές και λαογράφους, είτε καταγράφτηκαν σε κάποια ήδη υπάρχουσα παραλλαγή, είτε υπέστησαν παραποιήσεις και γλωσσικές αλλοιώσεις κατά την καταγραφή, αλλοιώσεις που υπαγορεύτηκαν από τις επικρατούσες απόψεις των λογίων της εποχής και τις προσωπικές γλωσσολογικές επιλογές των καταγραφέων.
Επιπλέον, είναι διαπιστωμένο ότι τα ακόμη «νωπά» δημοφιλή κλέφτικα και ιστορικά τραγούδια της επανάστασης, περιβεβλημένα με τους θρύλους και τα κατορθώματα της κλεφτουριάς και του αγώνα, υπέστησαν με τη διάδοσή τους τα αμέσως μετέπειτα χρόνια πολλές τροποποιήσεις και παραλλαγές στο στόμα του λαού. Και αυτό συνεχίστηκε μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, εποχή που σύμφωνα με τους μελετητές αποτελεί ορόσημο για τον κύκλο του (αυθεντικού) δημοτικού τραγουδιού. Φαίνεται πως το ποιητικό περιεχόμενο μετουσιώνεται σε ιδεο­λόγημα, καθώς προσαρτούνται στην ιστορική διαδρομή ένδοξα κατορθώματα. Σε αυτά τα κατορθώματα οι αρματωλοί δεν έχουν θέση, ενώ οι κλέφτες, διακριτό παράδειγμα προ­επαναστατικής ένοπλης αντίστασης, έγιναν «πολέμιοι των Μουσουλμάνων και προ­στάτες των Χριστιανών. Ταυτόχρονα, αποσιωπήθηκε η αλληλεπίδραση της ελληνικής και τουρκικής μουσικής.
Στο επιστημονικό έργο της λαογραφίας προστέθηκαν αργότερα οι μουσικές κατα­γραφές τραγουδιών. Οι πρώτοι λαογράφοι περιορίζονταν στα κείμενα. Ο Νικόλαος Πολίτης δεν ασχολήθηκε ο ίδιος με με την μουσική καταγραφή, αλλά την περιέλαβε στο διάγραμμα της λαογραφικής ύλης του. Το 1930, ωστόσο, σημειώθηκε σημαντική μεταβολή στη μελέτη της μουσικής του δημοτικού τραγουδιού και άρχισαν να γίνονται οι πρώτες συστηματικές μουσικολογικές παρατηρήσεις. Μεταγενέστεροι λαογράφοι εξέτασαν τους δρόμους των τραγουδιών, με συνέπεια να αποδειχθεί η μη καλλιτεχνική αυτονομία, όπως άλλωστε συμβαίνει σε οποιαδήποτε εκδήλωση λαϊκής τέχνης. Καθώς η παραδοσιακή μουσική δεν συνιστά ένα ερμητικά κλειστό σύστημα, μέσω των δρόμων του εμπορίου ταξίδευε ως πολιτισμικό προϊόν και υιοθετείτο σε άλλες επικράτειες καθιστώντας δυσδιάκριτο πλέον τον τόπο παραγωγής του.
Το δημοτικό τραγούδι εκφράζεται με ποιητική και μουσική αρτιότητα ανώνυμης διεργασίας, προφορικής λαϊκής παράδοσης και αυτοσχεδιαστικής αρχής. Η δημοτική μουσική είναι καταρχήν τροπική, ώστε να μην επιτρέπει στο μη μυημένο να συλλάβει τις καθοριστικές ιδιαιτερότητές της διαβάζοντας απλώς μια μελωδία στο πεντάγραμμο. Αυτός που θα προσπαθήσει να συνοδέψει μια μελωδία θα διαπιστώσει ότι η λογική του τρόπου είναι πιο περιοριστική από αυτήν της κλίμακας. Επιπλέον, δεν ακολουθεί το συγκερασμό και είναι προσαρμοσμένη στις φυσικές κλίμακες και στη γνωστή διαφορετικότητα των μουσικών διαστημάτων. Ως προς τον τρόπο εκτέλεσης και μελωδικής σύστασης τα δημοτικά τραγούδια είναι μονοφωνικά. Έχουν ως βάση μια μελωδία και τραγουδιούνται από έναν ή ομάδες τραγουδιστών και οργανοπαιχτών.
Εξαίρεση αποτελεί η πολυφωνία σε ορισμένα τραγούδια της Ηπείρου, που καλλιεργεί την εντύπωση χορωδιακού τραγουδιού. Δεδομένου ότι η πολυφωνική μουσική θεωρείται εξέλιξη της μονοφωνικής, διατυπώνονται διάφορες απόψεις. Ο Ανωγειανάκης πιστεύει ότι ο εκσυγχρονισμός της λαϊκής μουσικής έφερε τις συγκερασμένες κλίμακες και την πολυφωνική τεχνική, που γενικεύεται βαθμιαία, ενώ παλαιότερα τη συναντούμε μόνο στην καντάδα.
Ως ζωντανά είδη της προφορικότητας οι παραδόσεις και τα δημοτικά τραγούδια συνδέονται άμεσα με τα ιστορικά γεγονότα και με τη συμπεριφορά των μελών της κοινότητας. Από την παρακολούθηση της πορείας του δημοτικού τραγουδιού συμπε­ραίνεται ότι ως ξεχωριστή κατηγορία τα επικά τραγούδια είναι αυτά που δημιουργήθηκαν βάσει ιστορικών γεγονότων που εκτυλίχθηκαν στον ελλαδικό χώρο της οθωμανικής επικράτειας, σε ορισμένο χρόνο και περιοχή, αντίθετα από τις άλλες κατηγορίες που έχουν ως αφορμές δημιουργίας τον έρωτα, τη γέννηση του παιδιού, το θάνατο, τη ξενιτιά, και τις οποίες μπορούμε να θεωρήσουμε παγκόσμιες.
Η τάση αναζήτησης και καταγραφής των εκφραστικών δημιουργιών του αγροτικού κόσμου κατά τον 19ο αιώνα δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την ανάπτυξη των πολιτικών και πνευματικών ρευμάτων του εθνικισμού και του ρομαντισμού αντίστοιχα. Με το κλέφτικο τραγούδι ενισχυόταν το ιδεολόγημα της διαρκούς αντίστασης στην καταπίεση που ασκούσαν όλοι οι πιθανοί φορείς τοπικής και συλλογικής εξουσίας, όπως συνέβαινε με όλα τα είδη σχεδόν επικού τραγουδιού στον ευρύτερο βαλκανικό χώρο.
Βασικά χαρακτηριστικά
 
Τα βασικά χαρακτηριστικά του δημοτικού τραγουδιού, με τα οποία και χαρακτηρίζεται ως τέτοιο συνοψίζονται στα ακόλουθα εννιά:

 

  • Η ανωνυμία του δημιουργού. Ο δημιουργός και συνθέτης του δημοτικού τραγουδιού παραμένει άγνωστος.
  • Η απροσδιοριστία του ακριβούς τόπου προέλευσης. Μπορεί να είναι γνωστός ο τόπος αναφοράς, όχι όμως ο ακριβής τόπος σύνθεσης.
  • Η απροσδιοριστία του ακριβούς χρόνου σύνθεσης. Μπορεί να είναι γνωστός ο χρόνος αναφοράς, όχι όμως ο ακριβής χρόνος σύνθεσης.
  • Η λαϊκή έκφραση ακολουθώντας τοπικά ιδιώματα. Το δημοτικό τραγούδι αποδίδεται πάντα με το χρονικά τοπικό γλωσσικό ιδίωμα.
  • Ο λαϊκός ψυχισμός, όπως αυτός εκδηλώνεται στη ζωή.
  • Οι παρατηρούμενες παραλλαγές. Όσες περισσότερες παραλλαγές παρατηρούνται τόσο περισσότερο φέρεται καταξιωμένο.
  • Η απόδοση σε τραγούδι και όχι ποίημα. Το δημοτικό τραγούδι δεν απαγγέλλεται.
  • Το ζωντανό ύφος και η ρεαλιστική περιγραφή, και τέλος
  • Το χαρακτηριστικό μέτρο. Ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος (πολιτικός στίχος) κυριαρχεί απόλυτα. Ακολουθούν, με μεγάλη διαφορά, ο ιαμβικός δωδεκασύλλαβος και ο τροχαϊκός στίχος. Η ομοιοκαταληξία σπανίζει, κάποιες φορές είναι συμπτωματική και είναι απαραίτητη μόνο στα λιανοτράγουδα.
Είδη δημοτικού τραγουδιού
 
Το ελληνικό δημοτικό τραγούδι ανάλογα με το θέμα του διακρίνεται στα ακόλουθα βασικά είδη:

 

  • Ακριτικό (π.χ. Ο Θάνατος του Διγενή)
  • Κλέφτικο (π.χ. Μάνα μου τα κλεφτόπουλα)
  • Ιστορικό
  • Θρησκευτικό
  • Παραλογήα(π.χ. το Γεφύρι της Άρτας)
  • Νανούρισμα
  • Ταχτάρισμα
  • Λάχνισμα
  • Ερωτικό
  • Γαμήλιο
  • Ξενιτιάς
  • Εορταστικό
  • Μοιρολόγι
  • Γνωμικό
  • Σατιρικό
  • Βαΐτικο κ.ά.
Σημειώνεται ότι τα τέσσερα πρώτα μπορεί ν΄ αποτελούν έπη ή μυθιστορίες και κατά είδος να δημιουργούν σειρά, τους λεγόμενους κύκλους (π.χ. ακριτικός κύκλος)
[ΠΗΓΗ:https://e-didaskalia.blogspot.com/2018/11/dimotiko-tragoudi.html]

TΡΟΠΟΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ

[Πηγή: philologist-ina.gr/?page_id=1813]

1.Ανάπτυξη παραγράφου με παραδείγματα

Έτσι αναπτύσσεται μια θεματική πρόταση , αν χρειάζεται διευκρίνιση . Τα παραδείγματα αντλούνται από την καθημερινή ζωή , την προσωπική εμπειρία. Είναι είτε πραγματικά είτε επινοημένα.

Λέξεις κλειδιά: π.χ. /λ.χ./λόγου χάρη/για παράδειγμα/παραδείγματος χάρη/'όπως/

2. Ανάπτυξη Παραγράφου με Αιτιολόγηση

Λέξεις κλειδιά:  επειδή, εφόσον, η αιτία, γιατί, καθώς, ο λόγος, διότι, αφού, η εξήγηση

3.Ανάπτυξη Παραγράφου με Ορισμό

Ορισμός, ορίζω, σημαίνω, εννοώ, με τον όρο... αυτό σημαίνει....

4.Ανάπτυξη Παραγράφου με Αίτιο – Αποτέλεσμα

Αν σε μια θεματική πρόταση διατυπώνεται η αιτία ή οι αιτίες που οδηγούν σε ένα αποτέλεσμα ή σε αποτελέσματα, τότε η ανάπτυξη γίνεται με αυτή τη μέθοδο. Σπανιότερα καταγράφονται πρώτα τα αποτελέσματα ( ή το αποτέλεσμα ) και στη συνέχεια τα αίτια (ή η αιτία) που τα προκαλούν.

λόγω, με αποτέλεσμα, εξαιτίας, χάρη σε αυτό, για τον λόγο αυτόν, απόρροια είναι

Ανάπτυξη Παραγράφου με Διαίρεση

Ο τρόπος ανάπτυξης με διαίρεση αποκαλύπτει τα συστατικά στοιχεία από τα οποία αποτελείται ένα αντικείμενο ή μια έννοια.

  • Η διαίρεση, όταν έχει οργανωθεί ορθά, είναι τέλεια και συνεχής.
    • Τέλεια ονομάζεται η διαίρεση, όταν περιλαμβάνει όλα τα είδη της διαιρετέας έννοιας,
    • Συνεχής χαρακτηρίζεται, όταν δεν παρακάμπτεται κάποιο από τα είδη της.

Λέξεις – Κλειδιά:

πρώτον-δεύτερον, το ένα-το άλλο, χωρίζουμε, το ένα- το άλλο, στην μία περίπτωση-στην άλλη, διακρίνουμε, είδη, μορφές

Ανάπτυξη Παραγράφου με Σύγκριση – Αντίθεση

Όταν συγκρίνουμε πρόσωπα, πράγματα, ιδέες, φαινόμενα και τονίζουμε τις διαφορές τους, χρησιμοποιούμε ανάπτυξη με σύγκριση – αντίθεση.

Λέξεις -κλειδιά : όμως, από τη μια-από την άλλη, αλλά, ενώ, εν τούτοις, παρόλο που, αντίθετα, ωστόσο, αν και

Ανάπτυξη Παραγράφου με Αναλογία

Η αναλογία , ως τρόπος ανάπτυξης , αποτελεί στην ουσία σύγκριση αντικειμένων,  φαινομένων, καταστάσεων. Σ’ αυτόν τον τύπο παραγράφου καταφεύγουμε , όταν το περιγραφόμενο αντικείμενο ή το προς ανάλυση θέμα είναι πολύπλοκο ή άγνωστο και συνεπώς δυσνόητο για το δέκτη. Γι’ αυτό χρησιμοποιούμε ένα ανάλογο παράδειγμα που βοηθά στην κατανόηση του πρώτου.

  • Στην ουσία, αναλογία είναι μια μεταφορά ή μια περιγραφική παρομοίωση.
    • Στην αναλογία προβάλλεται η ομοιότητα ανάμεσα σε δύο μέρη. Το ένα είναι το υποκείμενο και το άλλο το αντικείμενο της αναλογίας.
    • Στην αλληγορία δε συγκρίνονται δύο αντικείμενα. Προβάλλεται ένα αντικείμενο, του οποίου η σημασία υποκρύπτεται.
    • Στην παραβολή παρατίθενται γεγονότα που μπορεί να συμβούν στην πραγματικότητα

όπως...έτσι/μοιάζω/παρομοιάζω/σαν/αναλογικά/παραλληλίζω/τόσο...όσο/ αναλογικά/σαν/το ίδιο συμβαίνει/παραβολή

Ανάπτυξη Παραγράφου με Συνδυασμό Μεθόδων

Πολύ συχνά οι συγγραφείς στην ανάπτυξη των παραγράφων τους χρησιμοποιούν συνδυασμό δύο ή περισσοτέρων τρόπων . Τότε , θα δηλώσουμε αναλυτικά και με συγκεκριμένες αναφορές τους τρόπους που ο συντάκτης συνταιριάζει. Τα μέρη που απαρτίζουν την παράγραφο που αναπτύσσεται με συνδυασμό μεθόδων
δεν είναι κατ΄ ανάγκη ισόποσα.

 

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ

Τρόποι Ανάπτυξης Παραγράφου

 

 

H MΟΔΑ ΩΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ

 Η μόδα πολλές φορές, κατά το παρελθόν, έχει προκαλέσει κοινωνική αναστάτωση. Χαρακτηριστικό  παράδειγμα η πρώτη επίδειξη «μπικίνι» το 1946 που έγινε στο Παρίσι από Γάλλο σχεδιαστή. Ο κόσμος της μόδας έμεινε άφωνος μπροστά στην προκλητική αποκαλυπτικότητα που πρόσφερε στο γυναικείο σώμα αυτό το νέο ελαχιστοποιημένο διπλό κάλυμμα. Οι παγκόσμιες αντιδράσεις, που ακολούθησαν, φανερώνουν τη γενική κατάπληξη που προκάλεσε η νέα μόδα. Ένας αμερικανός δημοσιογράφος το περιέγραψε ως «ύφασμα που τα φανερώνει όλα…». Στο Χόλιγουντ, καθώς και στις παραλίες της Ισπανίας, Πορτογαλίας και Ιταλίας απαγορευόταν παντελώς η εμφάνιση λουομένων γυναικών με μπικίνι, ενώ στη Βραζιλία οι αντίπαλοι ενώθηκαν  εναντίον του σε πολυθόρυβο «σωματείο». Παρά τις αντιδράσεις στις αρχές της δεκαετίας του ’60 το μπικίνι κατακτά θριαμβευτικά τη νεολαία στις παραλίες όλου του κόσμου και σήμερα, 60 χρόνια μετά την πρώτη εμφάνισή του, από «σκάνδαλο» έγινε απλώς ένα κλασικό αντικείμενο μόδας.

Τα χρόνια της δεκαετίας του ’60 ήταν χρόνια γενικού κλονισμού αρχών και θεσμών. Ενώ το μπικίνι φοριέται ελεύθερα, πλέον, στις παραλίες,το «μίνι» κλόνισε με την εμφάνισή του βαθιά τα θεμέλια της «συντηρητικής κοινωνίας». Η επαναστατική αυτή μόδα, που κατέκτησε τον γυναικείο κόσμο από το 1965, προκαλώντας έκπληξη στην μεταπολεμική κοινωνία, είναι προσωπική επιτυχία γνωστής Αγγλίδας σχεδιάστριας μόδας. Το μίνι θεωρήθηκε, μεταξύ άλλων, σύμβολο έκφρασης της φιλελεύθερης και διαφοροποιημένης σκέψης. Εξελίχθηκε σε σύμβολο χειραφέτησης των νέων γυναικών από τις παραδοσιακές αντιλήψεις περασμένων γενεών για θέματα που σχετίζονταν με τη σεμνότητα. Η μόδα έγινε κοινωνικό θέμα και θεωρήθηκε από πολλούς ως το δεύτερο μεγάλο βήμα για την κατάκτηση της «ελευθερίας» των γυναικών. Το μίνι μαζί με το γυναικείο «κουστούμι», που έδωσε στις γυναίκες ισότιμη με τους άνδρες ελευθερία κινήσεων, συνόδεψαν από την πρώτη στιγμή τη «χειραφέτηση» του γυναικείου φύλου. Αυτά τα ρούχα φορέθηκαν από νεαρά κορίτσια, από κυρίες της αριστοκρατίας, από γυναίκες της πολιτικής σκηνής και από απλές νοικοκυρές. Φορέθηκαν στην αγορά, στο θέατρο και στο γραφείο και φοριούνται ακόμη και σήμερα σε κάθε εποχή του έτους και με κάθε ευκαιρία.

Την ίδια εποχή, το «μπλου τζιν» έγινε ενδυμασία της καθημερινότητας. Το φόρεσαν χωρίς διακρίσεις πολίτες επώνυμοι και ανώνυμοι, νέοι και νέες, άνδρες και γυναίκες, εκφράζοντας την επιθυμία τους για μια ασυμβίβαστη ζωή μακριά από τις περίπλοκες ενδυματολογικές προδιαγραφές της προηγούμενης γενιάς.

Δ. Μπενέκος. (2007). Η Βίωση της Μετανάστευσης στη Γερμανία. Κείμενα και Άνθρωποι, 51-54. Αθήνα: Τυπωθήτω - Γιώργος Δαρδανός (διασκευή).