Ο ΙΡΦΑΝ

Πριν πολλά χρόνια στο Πακιστάν σε μια πολύτεκνη οικογένεια ζούσε ένα αγόρι που το έλεγαν Ιρφάν. Ήταν ψηλό, μελαχρινό, με ωραία εκφραστικά μάτια. Ήταν 10 ετών και αγαπούσε πολύ τη μουσική. Έπαιζε φυσαρμόνικα, την είχε μάθει από έναν γεράκο στη γειτονιά του.
Όμως στη χώρα του υπήρχε πόλεμος και δε φαινόταν να τελειώνει γρήγορα. Οι γονείς του αποφάσισαν να μαζέψουν τα κυριότερα πράγματα και να φύγουν για να πάνε σε μια πιο ασφαλή χώρα, άκουγαν πως αυτή ήταν η Ελλάδα. Εκεί που μάζευαν τα πράγματα, έπεσε μια βόμβα κοντά στην περιοχή κι έγινε μεγάλη καταστροφή. Άνθρωποι καταπλακώθηκαν μέσα στα σπίτια τους, άλλοι τραυματίστηκαν, άλλοι σκοτώθηκαν. Μέσα σε αυτό το χαλασμό χάθηκε με την οικογένειά του. Τρομαγμένος έτρεξε στο λιμάνι και για καλή του τύχη εκεί βρήκε τους θείους του, που έφευγαν κι εκείνοι, και τον πήραν μαζί τους με μια φουσκωτή βάρκα που χωρούσε πολλούς. Όμως το ταξίδι για την Ελλάδα ήταν δύσκολο γιατί ήταν βράδυ, δεν ήξεραν που πήγαιναν κι η θάλασσα είχε σηκώσει μεγάλα κύματα. Κάποια στιγμή άκουσε τους θείους του να αναρωτιούνται αν θα τα κατάφερναν να επιβιώσουν. Θα τα καταφέρουμε, τους είπε θαρραλέα ο Ιρφάν κι εκείνοι του χαμογέλασαν. Όμως στο πίσω μέρος του μυαλού του είχε αρχίσει να φοβάται. Μετά από αρκετές ώρες αγωνίας και φόβου είδαν μπροστά τους στεριά!

Κουρασμένοι και πεινασμένοι πολύ έφαγαν κάτι κι έπεσαν να κοιμηθούν. Όταν ξημέρωσε, είδαν ότι βρίσκονται σε κάποιο νησί της Ελλάδας. Κάποιοι άνθρωποι τους πλησίασαν και από τις κινήσεις τους και τις λίγες αγγλικές λέξεις, δεν γνώριζαν άλλωστε τη γλώσσα τους, κατάλαβαν ότι ήθελαν να τους βοηθήσουν. Τους ακολούθησαν, δεν είχαν κι άλλη επιλογή, και εκείνοι τους πήγαν σε μία δομή φιλοξενίας προσφύγων. Οι άνθρωποι που τους βοήθησαν ήταν εθελοντές, που φρόντιζαν για την τροφή, το νερό και την ιατρική περίθαλψη των προσφύγων.
Εκεί ο Ιρφάν συνάντησε και την οικογένειά του, οι οποίοι είχαν φύγει με άλλη βάρκα λίγο αργότερα από αυτόν και τον αναζητούσαν. Η χαρά του ήταν απερίγραπτη, νόμιζε ότι τους είχε χάσει, κι εκείνοι το ίδιο. Δεν παρέμειναν όμως πολύ στο καταφύγιο γιατί αντιμετώπιζαν πολλές δυσκολίες. Έβρεχε συχνά και οι σκηνές πλημμύριζαν νερό, έμεναν πολλοί άνθρωποι μαζί, υπήρχαν αρρώστιες, το φαγητό δεν τους έφτανε. Οι γονείς του αποφάσισαν να φύγουν. Βρήκαν δουλειά στα χωράφια ενός κτηματία και είχαν ένα καλό μεροκάματο για να ξεκινήσουν τη ζωή τους. Έμειναν σε ένα μικρό σπίτι στην αρχή και σιγά σιγά πίστευαν ότι θα τα κατάφερναν. Ήταν αισιόδοξοι άνθρωποι, το ίδιο κι ο Ιρφάν.
Ένα βράδυ ο Ιρφάν ονειρεύτηκε τη γνωριμία του με το γεράκο της γειτονιάς του. Τον είδε να κάθεται στο πεζούλι του σπιτιού του και να παίζει μια υπέροχη μελωδία.
Ιρφάν: Γεια σας!
Γεράκος: Γεια σου, πώς σε λένε;
Ιρφάν: Με λένε Ιρφάν και μου αρέσει πολύ αυτό το μικρό μουσικό όργανο. Πώς το λένε;
Γεράκος: Φυσαρμόνικα, παίζω από μικρό παιδί, είναι η παρέα μου. Μέσα από αυτό μιλάω με τα δέντρα, τα πουλιά, με τους ανθρώπους, μικρούς και μεγάλους, όπως εσύ. Είναι σπουδαίο πράγμα η μουσική αγόρι μου, δημιουργεί γέφυρες κι ενώνει τις καρδιές των ανθρώπων, όπου κι αν βρίσκονται.
Ιρφάν: Θα ήθελα να μάθω κι εγώ. Είναι δύσκολο;
Γεράκος: Τίποτα δεν είναι δύσκολο, αν το θέλεις πολύ. Μπορώ να σε μάθω, αν θέλεις.
(Από τότε ο Ιρφάν πήγαινε καθημερινά στο γεράκο και μάθαινε φυσαρμόνικα χωρίς να το πει στους γονείς του. Μόνο η αδερφή του το ήξερε. Φοβόταν ότι αν το μάθαιναν, θα τον σταματούσαν).
Γεράκος: Εσύ είσαι πολύ καλός. Κάποια μέρα θα γίνεις μεγάλος μουσικός. Κάθε μέρα γίνεσαι και καλύτερος. Γι΄αυτό θα σου χαρίσω μια δική σου φυσαρμόνικα.
Ιρφάν: Τι υπέροχη που είναι! Σε ευχαριστώ, σε ευχαριστώ πολύ, είναι το καλύτερο δώρο που έχω πάρει…
Αδερφή Ιρφάν: Ιρφάν, Ιρφάν….ξύπνα….παραμιλάς….
Ο Ιρφάν ξύπνησε και συνειδητοποίησε ότι έβλεπε όνειρο…ήταν όμως τόσο ζωντανό…

Ο καιρός περνούσε και η οικογένεια του Ιρφάν ζούσε πλέον μία φυσιολογική ζωή. Αυτός και τα αδέρφια του πήγαν σε ένα ελληνικό σχολείο και ήταν καλοί μαθητές. Ένα πρωί, την ώρα της μουσικής, η δασκάλα έδειξε στα παιδιά μια φυσαρμόνικα. Ο Ιρφάν ενθουσιάστηκε, άστραψαν τα μάτια του από χαρά και της ζήτησε να παίξει κάτι. Η δασκάλα δεν του χάλασε το χατίρι κι έπαιξε ένα τραγούδι που είχε μάθει με το γεράκο. Όση ώρα έπαιζε, όλοι μαγεύτηκαν και του ζητούσαν να συνεχίσει. Τον ρώτησαν πώς ήξερε να παίζει και ο Ιρφάν τους εξιστόρησε τη γνωριμία του με τον γεράκο, που ποτέ δεν ξέχασε, και τους είπε και πόσο λυπήθηκε που δεν πρόλαβε να πάρει μαζί του τη δική του φυσαρμόνικα. Η δασκάλα συγκινημένη από την ιστορία του, του χάρισε την φυσαρμόνικα και τον προέτρεψε να πάει σε μια σχολή μουσικής.
Όταν γύρισε στο σπίτι νόμιζε ότι δεν υπήρχε λόγος να κρατήσει κρυφό το γεγονός ότι η δασκάλα τού χάρισε τη φυσαρμόνικα. Πήγε αμέσως και το ανακοίνωσε στους γονείς του. Εκείνοι τον συγχάρηκαν και δέχτηκαν να τον πάνε σε μία σχολή μουσικής, αφού το ήθελε κι ο ίδιος τόσο πολύ.
Ο Ιρφάν σπούδασε μουσική και μετά από πολλά χρόνια έγινε ένας σπουδαίος μουσικός με αδυναμία πάντα στη φυσαρμόνικα. Η δασκάλα που του χάρισε τη φυσαρμόνικα τον κάλεσε στο σχολείο να μιλήσει στα παιδιά για τη ζωή του και τη μεγάλη αγάπη του, τη μουσική Με χαρά πήγε και μετά από τη διήγηση της περιπέτειάς του όλοι είχαν μείνει με το στόμα ανοιχτό.
-Κύριε; Πετάχτηκε ένα παιδάκι σηκώνοντας ψηλά το χέρι του.
-Παρακαλώ, αποκρίθηκε ο Ιρφάν.
-Πού οφείλετε την καριέρα σας;
-Στους ανθρώπους που με πίστεψαν, στο πείσμα μου και στην αισιοδοξία μου, απάντησε εκείνος. Πάντα ήλπιζα ότι θα τα καταφέρω. Η ελπίδα είναι το φως μέσα στη νύχτα, αυτή μας αναγκάζει να πεισμώνουμε και να τα καταφέρνουμε στο τέλος.
Όλα τα παιδιά τον κοίταζαν στα μάτια. Οι σκέψεις τους χοροπηδούσαν σαν τις νότες στο πεντάγραμμο. Αν κοιτούσες βαθιά, μπορούσες να καταλάβεις. Όλα τον θαύμαζαν και ήθελαν να του μοιάσουν. Ήρθε η ώρα που θα τα αποχαιρετούσε.
-Κύριε, μια τελευταία ερώτηση. Τι θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας;
-Τη μελωδία της Ελπίδας που ταξιδεύει από εδώ μέχρι την πατρίδα μου δημιουργώντας μια μεγάλη γέφυρα πάνω στην οποία χορεύει η ΕΙΡΗΝΗ.

Leave a Reply