English

Ο μαγεμένος αυλός (συνέχεια 5)

           …Το απόγευμα της επόμενης μέρας, ένας όμορφος  μα και παράξενος συνάμα άνθρωπος παρουσιάστηκε στο Χάμελιν. Φορούσε μια πολύχρωμη στολή και είχε ριγμένη στον ώμο του μια κιτρινοκόκκινη μπέρτα, από την οποία κρεμόταν ένας αυλός. Κατευθύνθηκε αμέσως στο Δημαρχείο και ζήτησε να δει το δήμαρχο.

  • Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ; Τον ρώτησε καχύποπτα ο θυρωρός.
  • Πες του μόνο τούτο, του είπε ο ξένος. Το επάγγελμά μου είναι ποντικοκυνηγός και μπορώ να απαλλάξω την πόλη από τα ποντίκια.

            Ο θυρωρός έτρεξε σαν τρελός να το πει στο δήμαρχο και μετά γύρισε πάλι, για να οδηγήσει τον ξένο στην αίθουσα συνεδριάσεων του συμβουλίου.

  • Τι είναι αυτά που είπες; του είπε ο Δήμαρχος. Ισχυρίζεσαι ότι είσαι ικανός να απαλλάξεις την πόλη από τα ποντίκια;
  • Ναι, είμαι, του απάντησε ο ξένος. Έχω το χάρισμα, να γοητεύω όλα τα βλαβερά πλάσματα αυτού του κόσμου και να με παίρνουν από πίσω. Πέρσι το χειμώνα ελευθέρωσα τη γη των Ταρτάρων από τη μάστιγα των ψειρών και την άνοιξη έσωσα τη Νίζα της Ασίας από κάτι φρικαλέες νυχτερίδες, που ρουφούσαν αίμα. Και τώρα, αν η Εξοχότητά σας μου δώσει χίλια φιορίνια, θα απαλλάξω την πόλη σας απ΄ αυτά τα βλαβερά ζώα.
  • ΧΙΛΙΑ ΦΙΟΡΙΝΙΑ; φώναξαν έκπληκτοι όλοι οι σύμβουλοι μαζί. Θα σου δώσουμε ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ !

Ο μαγεμένος αυλός (συνέχεια 4)

              …Οι κάτοικοι του Χάμελιν συνέχιζαν να στριγγλίζουν, να ουρλιάζουν και να βρίζουν, μέχρι που τελικά, ύστερα από τρεις ώρες, ο δήμαρχος παρουσιάστηκε στο μπαλκόνι. Ήταν ένας κοντόχοντρος άντρας και συνήθως φαινόταν πολύ ευχαριστημένος με τον εαυτό του. Φούσκωνε σαν παγόνι από την περηφάνια, όταν φορούσε την επίσημη στολή του. Σήμερα όμως έδειχνε φοβισμένος και τα ΄χε χαμένα, παρόλο που φορούσε και πάλι τη στολή του.

  • Πολίτες του Χάμελιν, πολίτες μου καλοί, άρχισε. Οι σύμβουλοι και εγώ κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας γι΄ αυτό, αλλά να…ε…υπάρχει πρόβλημα.
  • Όχι, δεν κάνετε τίποτα, ούρλιαξε το πλήθος. Αυτή η μάστιγα συνεχίζεται μήνες και μήνες. Δεν αντέχουμε πια. Έχουμε απελπιστεί. Κάνε κάτι. Πάρε μέτρα. Πάρε δραστικά μέτρα.
  • Πολίτες μου καλοί, συνέχισε ο δήμαρχος, όταν επιτέλους μπόρεσε να ακουστεί, σας διαβεβαιώνω πως θα κάνουμε τον κόσμο άνω κάτω, δε θα αφήσουμε πετραδάκι που να μην το ψάξουμε, δρόμο που να μην τον…
  • Σαχλαμάρες! φώναξε το πλήθος. Εσείς, υποτίθεται πως είστε αυτοί, που πρέπει να παίρνετε τις αποφάσεις. Εσείς, υποτίθεται πως είστε αυτοί, που πρέπει να ξέρετε καλά, πώς να ενεργήσετε σε κάποια κρίση. Ε, λοιπόν, αυτή εδώ, είναι κρίση. Σας δίνουμε προθεσμία άλλη μια βδομάδα και μετά, προσέξτε καλά, δε θα σας λυπηθούμε!

           Ο δήμαρχος γύρισε πίσω στους συμβούλους του πανικόβλητος.  Κι ύστερα υπέγραψαν όλοι μαζί μια διακήρυξη προσφέροντας χίλια φιορίνια σ΄ όποιον θα κατάφερνε να απαλλάξει την πόλη από τα ποντίκια...

Ο μαγεμένος αυλός (συνέχεια 3)

          … Μετά από πολλούς μήνες τέτοιας ταλαιπωρίας, οι κάτοικοι του Χάμελιν απόμειναν πεινασμένοι και έξαλλοι από θυμό. Κάποιοι κατηγόρησαν τους μυλωνάδες, γιατί οι αποθήκες τους τράβηξαν σαν μαγνήτης αυτή τη μάστιγα στην πόλη.  Μα οι μυλωνάδες έριξαν το φταίξιμο σ΄ όλους αυτούς, που χρειάζονται αλεύρι για να φτιάξουν το ψωμί τους. Οι άντρες κατηγόρησαν τις γυναίκες τους, για τις γαργαλιστικές μυρουδιές που ανέδυαν οι κουζίνες τους και γοήτευαν αυτά τα πλάσματα. Μα οι γυναίκες έριξαν το φταίξιμο στους άντρες τους, γιατί τις παρακαλούσαν να μαγειρεύουν κρέατα και πίτες, φαγητά που τόσο τους άρεσαν και τα είχαν συνηθίσει.

          Όταν όμως ήρθε η ώρα να αποδώσουν την ευθύνη σε ένα και μοναδικό υπεύθυνο, όλοι οι κάτοικοι του Χάμελιν στράφηκαν εναντίον του δημάρχου.  Γιατί ο δήμαρχος και οι σύμβουλοί του δεν έκαναν τίποτα. Δεν μπορούσαν να σκεφτούν τίποτα να κάνουν.

          Έτσι, όλοι οι κάτοικοι αποφάσισαν  να συγκεντρωθούν έξω από το Δημαρχείο και άρχισαν να βροντοχτυπούν την πόρτα αγανακτισμένοι. Ξεπρόβαλε ο θυρωρός και τους είπε ότι ο δήμαρχος είχε συμβούλιο και ήταν πολύ απασχολημένος, για να τους δεχτεί. Αυτοί όμως αρνήθηκαν να το βάλουν κάτω...               

Ο μαγεμένος αυλός (συνέχεια 2)

…Τσιμπούσαν ακόμα και τα μωρά στις κούνιες τους, που άρχιζαν να ουρλιάζουν. Και μόλις η αλαφιασμένη μητέρα έδιωχνε μακριά τρία απ΄ αυτά, άλλα έξι παρουσιαζόντουσαν στο λεπτό και ορμούσαν αμέσως πάνω στα καημένα τα μωράκια. Οι στριγγλιές και τα σκουξίματά τους έπνιγαν κάθε άλλο θόρυβο, τόσο που οι κάτοικοι του Χάμελιν σχεδόν δεν άκουγαν τι έλεγε ο ένας στον άλλο.

          Ο αλευρόμυλος, εκεί που έφτιαχναν το αλεύρι, ήταν ένα από τα πιο αγαπημένα τους στέκια. Μα δεν ήταν πολύ εκλεκτικά και δε διάλεγαν πού θα πάνε, ή ποιον θα τιμήσουν με την παρουσία τους και μάλλον στις κουζίνες έβγαζαν τα απωθημένα τους. Εξαφάνιζαν τα τυριά από τους κάδους, άνοιγαν διάπλατα τα βαρέλια με τις ρέγγες και έγλειφαν τις σουπιέρες με τη σούπα, μέχρι που τις έκαναν να… λάμπουν από καθαριότητα. Αν μία νοικοκυρά προσπαθούσε να φτιάξει μια πουτίγκα, ένα ποντίκι βαστούσε πάντα τσίλιες δίπλα στη λεκάνη με το γλυκό και μόλις η πουτίγκα ετοιμαζόταν, έδινε το σύνθημα στους φίλους του, που ορμούσαν πάνω της και δεν άφηναν ψίχουλο...

Ο μαγεμένος αυλός, διασκευή Sara Corrin, Stehpen Corrin, μετάφραση Ρένα Ρώσση – Ζαΐρη

       

      Το Χάμελιν ήταν μια μικρή γραφική πόλη με στενά δρομάκια και σπίτια με σκαλιστά αετώματα, να χαίρεσαι να τη διαβαίνεις.  Ήταν μια πλούσια πόλη, γιατί οι πιο πολλοί κάτοικοί της ασχολούνταν  με το εμπόριο και οι αποθήκες της, χτισμένες στις όχθες του ποταμού Βέσερ, ξεχείλιζαν από δημητριακά. Ίσως αυτός ακριβώς να ήταν το πρόβλημα, γιατί την πόλη τη μάστιζαν τα ποντίκια.

          Βρισκόντουσαν παντού και κανένας δεν μπορούσε να τους ξεφύγει. Όπου κι αν ήσουνα, σε κοιτούσαν κοροϊδευτικά, με τα μοχθηρά, λαμπερά τους μάτια, που ήταν μικρά, σαν χαντρούλες, ή σου γαργαλούσαν τα πόδια με τις ουρές τους, καθώς περνούσαν σαν αστραπή από δίπλα σου. Σου ΄βαζαν τρικλοποδιά, την ώρα που ανέβαινες τις σκάλες και σου τσιμπούσαν τα δάχτυλα, καθώς πιανόσουν από την κουπαστή. Τρύπωναν στα καπέλα, φώλιαζαν στις μπότες και στα παπούτσια, μέχρι που έστηναν το σπιτικό τους μέσα στα παλιά ρολόγια του σπιτιού. Γλιστρούσαν κάτω από τις κουβέρτες, ξέσκιζαν τα μαξιλάρια και τυλιγόντουσαν με τα σεντόνια…