Ελληνικά

Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου

Στις 2 Απριλίου 1805 γεννήθηκε στη Δανία ένας από τους πιο αγαπημένους παραμυθάδες μικρών και μεγάλων, ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν.

Η μέρα των γενεθλίων του έχει καθιερωθεί ως παγκόσμια ημέρα αφιερωμένη στο παιδικό βιβλίο και γιορτάζεται κάθε χρόνο με την κυκλοφορία  μιας ξεχωριστής αφίσας και ενός κειμένου.

Σε αυτόν το  σύνδεσμο μπορείς να ακούσεις μελοποιημένο το φετινό μήνυμα και τραγουδισμένο από μια παιδική χορωδία.

Εδώ μπορείς να μάθεις περισσότερα για τη γιορτή.

Αν έχεις λίγο χρόνο ακόμα, μπορείς να παρακολουθήσεις αυτό το βίντεο με τις πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες για το βιβλίο.

Για δες κι εδώ κάτι διαφορετικό!

Και τώρα, ώρα για παιχνίδι!

Μπορείς να επισκεφτείς τους ακόλουθους συνδέσμους για να παίξεις.

1, 2, 3.

“Ένας αϊτός περήφανος”

Αλήθεια, ξέρεις τους κλέφτες και τους αρματολούς;

Η εικόνα του Φώτη Κόντογλου είναι αρκετά κατατοπιστική:

Πολλές από τις απορίες σου μπορείς να λύσεις εδώ, ενώ εδώ θα μάθεις περισσότερα για τους κλεφταρματολούς. Πολύ ενδιαφέρον έχουν και οι πληροφορίες για τον οπλισμό τους που θα βρεις εδώ

Μπορείς τώρα να βρεις ομοιότητες ανάμεσα στη ζωή των κλεφτών και των αϊτών; 

Οι κλέφτες και οι αρματολοί διασκέδαζαν τραγουδώντας ένα ξεχωριστό είδος τραγουδιών, τα Κλέφτικα. Η μουσική τους είναι το ίδιο περήφανη, όπως και ο στίχος τους. Εδώ μπορείς να διαβάσεις περισσότερα στοιχεία για τα Κλέφτικα Δημοτικά Τραγούδια και εδώ να ακούσεις μερικά από τα πιο διάσημα. 

Εδώ μπορείς να ακούσεις το τραγούδι της σελίδας 72 του βιβλίου των Κειμένων Νεοελληνικής Λογοτεχνίας σε μία ηχογράφηση του 1967. Θα εντυπωσιαστείς!

Μπορείς τώρα να διηγηθείς την ιστορία αυτού του αϊτού, στο τετράδιό σου, σα να ήταν παραμύθι; 

Και τώρα, τι θα έλεγες για μια "ψηφιακή βόλτα" στο Μουσείο Ελιάς & Ελληνικού Λαδιού" για να δούμε ... το "' ΄21 Αλλιώς"; 

Διδώ Σωτηρίου, Οι πρόσφυγες

Το ταξίδι στις "χαμένες" αλλά αλησμόνητες "πατρίδες" συνεχίζεται..

Σίγουρα θα απορείς τι απέγινε η Αλίκη και η οικογένειά της... Η συνέχεια βρίσκεται στο βιβλίο της Δ.Σωτηρίου "Μέσα στις φλόγες" (1978). Ας δούμε ένα απόσπασμα....

Διδώ Σωτηρίου

[Οι πρόσφυγες]

Το 1922 έγινε η Μικρασιατική καταστροφή. Ένας ολόκληρος κόσμος, ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας, διωγμένος από τους Τούρκους εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα. Το κείμενο που ακολουθεί, αποτελείται από τμήματα, παρμένα από το μυθιστόρημα Μέσα στις φλόγες. Στο βιβλίο αυτό, με αφορμή την ιστορία μιας οικογένειας, γίνεται αναφορά στους Έλληνες της Μικράς Ασίας, στις τραγικές στιγμές που πέρασαν όταν ξεριζώθηκαν, καθώς και στις αφάνταστες δυσκολίες που αντιμετώπισαν στην Ελλάδα, έως ότου ξαναφτιάξουν τη ζωή τους. Αφηγήτρια είναι ένα κορίτσι, η Αλίκη Μάγη, που ήδη έχει φτάσει στην Ελλάδα και περιμένει με ανυπομονησία τους δικούς της.

Κανείς μας ακόμα δεν μπορούσε να πιστέψει πως είμαστε οι πρώτες σταγόνες της καταιγίδας που έφτανε, η πρώτη αχνή γραμμή μιας ατέλειωτης ανθρωποθάλασσας που θα ξεχυνόταν σε λίγο σ' εκείνο το άγνωστο λιμάνι.

Αρχίσαμε να βαδίζουμε πιασμένοι απ' το χέρι, κοντά ο ένας στον άλλον, χαμένοι, μουδιασμένοι, δισταχτικοί, σαν να 'μαστέ τυφλοί και δεν ξέραμε πού θα μας φέρει το κάθε βήμα που αποτολμούσαμε. Γυρεύαμε ξενοδοχείο στο λιμάνι για ν' ακουμπήσουμε και να περιμένουμε τους δικούς μας. Όπου κι αν ρωτούσαμε, παίρναμε την ίδια στερεότυπη απόκριση:

—  Απ' τη Σμύρνη έρχεστε; Δε δεχόμαστε πρόσφυγες.

—  Μα, θα σας πληρώσουμε καλά, ανθρώποι του Θεού, έλεγε η θεία Ερμιόνη.

Εκείνοι επέμεναν στην άρνησή τους:

—  Φοβόμαστε τις επιτάξεις*. Στη Χίο, στη Μυτιλήνη, στη Σάμο επιτάξανε όλα τα σχολεία, τα ξενοδοχεία, τα πάντα...

—  Τι θέλαμε, τι γυρεύαμε να 'ρθούμε σε τούτον τον αφιλόξενο τόπο, έλεγε η κυρία Ελβίρα. Τι θέλαμε, τι γυρεύαμε να χωριστούμε από τους άντρες μας!

Στο τέλος βρέθηκε ένας αναγκεμένος* ξενοδόχος και μας έδωσε ένα σκοτεινό, άθλιο δωμάτιο με έξι κρεβάτια. Για πότε γινήκαμε πραγματικοί πρόσφυγες δεν το καταλάβαμε. Μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα όλος ο κόσμος αναποδογύρισε. Βαπόρια φτάναν το ένα πίσω από τ' άλλο και ξεφόρτωναν κόσμο, έναν κόσμο ξεκουρντισμένο, αλλόκοτο, άρρωστο, συφοριασμένο, λες κι έβγαινε από φρενοκομεία, από νοσοκομεία, από νεκροταφεία. Έπηξαν οι δρόμοι, τα λιμάνια, οι εκκλησίες, τα σκολειά, οι δημόσιοι χώροι. Στα πεζοδρόμια γεννιόνταν παιδιά και πέθαιναν γέροι.

Ενάμισι εκατομμύριο άνθρωποι βρεθήκανε ξαφνικά έξω από την προγονική τους γη. Παράτησαν σκοτωμένα παιδιά και γονιούς άταφους. Παράτησαν περιουσίες, τον καρπό στα δέντρα, το φαΐ στη φουφού*, τη σοδειά στην αποθήκη, το κομπόδεμα στο συρτάρι, τα πορτρέτα των προγόνων στους τοίχους. Και βάλθηκαν να τρέχουν, να φεύγουν κυνηγημένοι απ' το τούρκικο μαχαίρι και τη φωτιά του πολέμου. Και λογίζονταν τυχεροί που αντάλλαξαν το έχει τους*, την πατρίδα τους, το παρελθόν τους με μια στάλα σιγουριά... Άρπαξαν βάρκες, καΐκια, σχεδίες, βαπόρια και πέρασαν τη θάλασσα σ' έναν ομαδικό, φοβερό ξενιτεμό. Κοιμήθηκαν αποβραδίς νοικοκυραίοι στον τόπο τους και ξύπνησαν φυγάδες, θαλασσοπόροι, άστεγοι, άποροι, αλήτες και ζητιάνοι στα λιμάνια του Πειραιά, της Σαλονίκης, της Καβάλας, του Βόλου, της Πάτρας.

Ενάμισι εκατομμύριο αγωνίες και οικονομικά προβλήματα ξεμπάρκαραν στο φλούδι της Ελλάδας*, με μια θλιβερή ταμπέλα κρεμασμένη στο στήθος: «Πρόσφυγες!». Πού ν' ακουμπήσουν οι πρόσφυγες; Τι να σκεφτούν; Τι να ξεχάσουν; Τι να πράξουν; Πού να δουλέψουν; Πώς να ζήσουν;

Τρέμαν ακόμα από το φόβο. Τα μάτια τους ήταν κόκκινα απ' το αιμάτινο ποτάμι της κόλασης που διάβηκαν. Και σαν πάτησαν σε στέρεο έδαφος, μετρήθηκαν να δουν πόσοι φτάσανε και πόσοι λείπουν. Κι οι ζωντανοί δεν το πιστεύανε, μόνο άπλωναν τα χέρια τους στο κορμί τους και το ψάχνανε, για να βεβαιωθούνε πως δεν ήταν βρικόλακες. Και ψάχναν και για την ψυχή τους, να δουν αν ήταν στη θέση της. Μ' αυτή ήταν άφαντη. Είχε μείνει πίσω στην πατρίδα, κοντά στους αγαπημένους νεκρούς και στους αιχμαλώτους, κοντά στα σπιτάκια, στα χωράφια, στις δουλειές και στα καζάντια...*

Μικροί μεγάλοι στριμωχνόμαστε στις παραλίες αποβλακωμένοι, άβουλοι, με μια έμμονη ιδέα ο καθένας, κι άλλος με μια άνοια αποκρουστική. Οι πιο τυχεροί ξεδίναν, γιατί κλαίγανε και βρίζανε και μούγκριζαν από πόνο.

Μια νέα γυναίκα πετούσε από καιρό σε καιρό ένα τραγικό νανούρισμα: «Νάνι, νάνι, το παιδάκι μου να κάνει...». Στην αγκαλιά της κρατούσε ένα μαξιλάρι που όλο το σκέπαζε και το φιλούσε και κοίταζε γύρω της πανικόβλητη. Κανένας δεν την πρόσεχε. Μόνο ο γερο-πατέρας της πάσχιζε να την ησυχάσει.

—  Κορούλα μου, Ελένη μου, κάνε, παιδί μου, κουράγιο. Αυτό ήταν το θέλημα του Θεού...

Κάποιος δημοσιογράφος που πρόσεξε τη σκηνή, κοντοστάθηκε και θέλησε να πληροφορηθεί.

—  Αχ! έκανε ο γέρος. Τ' αγοράκι της έσκυψε να πάρει απ' την κούνια κι αντί γι' αυτό πήρε το μαξιλάρι κι έφυγε!

Μια μέρα, αντάμωσα μέσα σ' ένα ανθρώπινο μπουλούκι το θείο Θανάση με την κόρη του τη Βαλεντίνη. Ήταν οι πρώτοι συγγενείς που έβλεπα κι αρπάχτηκα απ' αυτούς, ξεσπώντας σ' ένα παραπονεμένο κλάμα.

Η Βαλεντίνη προσπάθησε να με μερώσει.

—  Θα 'ρθουν, μην απελπίζεσαι. Είναι κόσμος, χιλιάδες κόσμος, που μπαρκάρει ακόμα.

Της έδειξα πού βρίσκεται το ξενοδοχείο μας. Μα ο θείος Θανάσης δεν πήγε μαζί της. Αδιάφορος και ήρεμος κοίταζε τον κόσμο. Είχε πάθει πάλι μια δυνατή νευρική κρίση κι έλεγε ξερά:

— Πώς κάνουν έτσι οι άνθρωποι! Τι τους έπιασε και το χάσαν πάλι το τσερβέλο*;

Η Βαλεντίνη μας ανιστόρησε όλα όσα ήξερε για την καταστροφή. Πώς μπήκαν οι ζεϊμπέκηδες* μέσα στη Σμύρνη. Στην αρχή δεν πείραξαν άνθρωπο· μα ύστερα ρίχτηκαν με λύσσα στη σφαγή και στο πλιάτσικο*, αρχίζοντας απ' την αρμένικη γειτονιά. Ο Νουρεντίν πασάς έβγαλε τότε φιρμάνι ν' αφήνουν όλα τα γυναικόπαιδα και τους γέρους να φεύγουν, και να κρατούνε αιχμάλωτους μόνο τους άντρες και τ' αγόρια.

Η Σμύρνη είχε παραδοθεί στις φλόγες και στο αίμα. Ο κόσμος στριμωχνόταν στην παραλία ζητώντας προστασία απ' τον αγγλογαλλικό και τον αμερικάνικο στόλο· και παρακαλούσε τους συμμάχους να τον σώσουν απ' το λεπίδι. Μα οι ξένοι είχαν, λέει, διαταγές να μην επεμβαίνουν! Και κάθονταν πάνω στα καράβια τους με σταυρωμένα χέρια και κάπνιζαν τα τσιμπούκια τους! Και κοίταζαν, σαν θεατές, το φοβερό μαρτύριο ενός ολόκληρου πληθυσμού.

Όσοι άνθρωποι είχαν λεφτά, έδιναν ολόκληρη περιουσία για να τους πάρουν οι βάρκες. Μα τις περισσότερες φορές άλλοι, πιο χεροδύναμοι και σβέλτοι, σπρώχναν τους

πρώτους κι άρπαζαν τη θέση τους. Κι οι βάρκες, κάθε τόσο, αναποδογύριζαν κι οι άνθρωποι πνίγονταν μέσα στον πανικό, σαν τις μύγες.

— Θε μου! Θε μου! δε θέλω ν' ακούσω άλλο, έλεγε η θεία Ερμιόνη.

Μια μέρα, ήταν περίπου μεσημέρι, ένα νιόφερτο καράβι είχε μόλις ξεφορτώσει φουρνιές τη συμφορά.

— Αλίκη! μου φώναξε ο Τρύφωνας, ο γιος της κυρίας Ελβίρας, δες σ' εκείνη την πέμπτη βάρκα. Διακρίνεις;

Σκίρτησα ολόκληρη. Τα μάτια μου πήδηξαν από τις κόγχες και ξοπίσω τους πήδηξε και η καρδιά μου. Είδα το Στέφο πρώτο στην πλώρη της βάρκας και πίσω του τη μητέρα, που κρατούσε στην αγκαλιά της τη Νιόβη, και τη θεία Ελένη με την Ινώ, και τη Ριρή που είχε κρεμασμένα στο λαιμό κιάλια και σιγοκουβέντιαζε με δυο άγνωστους νέους. Και στο τιμόνι είδα κοντά σε δυο θεόρατους μπόγους τον πατέρα που κάπνιζε την πίπα του. Έμοιαζαν όλοι μαζί με τουρίστες που πήγαιναν σε ταξιδάκι αναψυχής.

Ήταν πραγματικότητα ή παράκρουση*; Έσπρωχνα σαν τρελή τον κόσμο ως να φτάσω στην αποβάθρα. Άπλωνα τα σκελετωμένα χέρια μου, που τα ήθελα σαν μαγνήτες, και φώναζα: «Ελάτε! Ελάτε επιτέλους!». Αιώνες μου φάνηκε πως έκανε κείνη η βάρκα ως ν' αγγίξει τη στεριά, ν' αγγίξω κι εγώ εκείνους, να βεβαιωθώ πως δεν ήταν πλάσματα της φαντασίας μου.

Για πότε βρέθηκα μέσα στην αγκαλιά της μάνας μου δεν το κατάλαβα.

—  Έρχεται κι ο θείος Γιάγκος, είπε, τον είδαμε στη Μυτιλήνη. Ευτυχώς σώθηκε!

Ο πατέρας τραβολογούσε δυο δέματα.

—  Τα χαλιά, έλεγε, προσέχετε μη βραχούν τα χαλιά. Αυτή 'ναι όλη η περιουσία μας.

Πόσο απλή ήταν η αντάμωση και πόσο σκληρή και περίπλοκη η αγωνία της προσμονής!

Ερωτήσεις για το κείμενο (απαντήστε στο τετράδιό σας):

  1.  Διερευνήστε το σκηνικό (τόπος, χρόνος), τα πρόσωπα του αποσπάσματος, καθώς και τις μεταξύ τους σχέσεις.
  2. Ποιες εικόνες του κειμένου δείχνουν τις περιπέτειες των Ελλήνων της Μικρασίας;

* επιτάξεις (η επίταξη): οι επιστρατεύσεις ανθρώπων, ζώων ή αντικειμένων για την εξυπηρέτηση στρατιωτικών ή κοινωνικών στόχων σε περιόδους έκτακτης ανάγκης * αναγκεμένος: άνθρωπος που είχε μεγάλη οικονομική ανάγκη * στη φουφού (η φουφού): στη συσκευή για το ψήσιμο κρεατικών * το έχει τους: την περιουσία τους * στο φλούδι της Ελλάδας: στη γη της Ελλάδας * καζάντια (το καζάντι): πλούτος, κέρδη * χάσαν το τσερβέλο: έχασαν τα λογικά τους * οι ζεϊμπέκηδες (ο ζεϊμπέκης): οι χωροφύλακες ή οι στρατιώτες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που προέρχονταν από εξισλαμισθέντες Έλληνες της Μικράς Ασίας * στο πλιάτσικο (το πλιάτσικο): στη λεηλασία * παράκρουση: παραφωνία, έντονη αναστάτωση, τρέλα

Διδώ Σωτηρίου, “Όταν πρωτοκατέβηκα στη Σμύρνη”

Το ταξίδι μας στις "Χαμένες" αλλά αλησμόνητες (=αξέχαστες) πατρίδες, συνεχίζεται...

Μετά την Κωνσταντινούπολη, σειρά έχει η Σμύρνη

Θα τη γνωρίσουμε μέσα από την πένα της Διδώς Σωτηρίου. Θα μελετήσουμε ένα απόσπασμα από το σπουδαίο μυθιστόρημά της "Ματωμένα Χώματα" που κυκλοφόρησε στα 1962.

Ας δούμε, λοιπόν, τι συνέβη όταν ο ήρωάς μας πρωτοκατέβηκε από το χωριό του, τον Κιρκιντζέ, στη Σμύρνη...

 

 

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, “Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη”

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851-1911)

"Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη"

Το διήγημα πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΑΚΡΟΠΟΛΗ στα 1896. Η γλώσσα του είναι η καθαρεύουσα, δηλαδή η λόγια μορφή της ελληνικής γλώσσας με ανάμικτα στοιχεία από την αρχαία και τη δημοτική. Εδώ υπάρχει η αρχική μορφή του κειμένου.

Εμείς όμως θα διαβάσουμε τη διασκευή στη δημοτική για να κατανοήσουμε το διήγημα σε βάθος.

Όποιος θέλει, μπορεί να ακούσει το διήγημα και σε θεατρική διασκευή πατώντας εδώ.

 

 

Κάρολος Ντίκενς, “Χριστουγεννιάτικη ιστορία”

Το χριστουγεννιάτικο ταξίδι μας θα συνεχιστεί με την πιο διάσημη χριστουγεννιάτικη ιστορία που γράφτηκε ποτέ...

Ο Κάρολος Ντίκενς (1812-1870) με την "Χριστουγεννιάτικη Ιστορία" κάνουν τα Χριστούγεννα ξεχωριστά.

Θα ταξιδέψουμε στο Λονδίνο της Βικτωριανής εποχής και θα γνωρίζουμε το γερο-Σκρουτζ, προσωποποίηση της τσιγκουνιάς και της ιδιοτροπίας... Τι θα συμβεί όμως εκείνη τη χριστουγεννιάτικη νύχτα;; 

Θα ξεκινήσουμε την ιστορία από το σχολικό βιβλίο μας, στη σελίδα 61-63 και θα συνεχίσουμε εδώ.

Η ιστορία αυτή του Ντίκενς έχει μεταφερθεί πολλές φορές στον κινηματογράφο με μεγάλη επιτυχία. Μια από τις διασκευές έγινε από τη Ντίσνεϋ και μπορείτε να την απολαύσετε εδώ, στα αγγλικά.

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, Το κοριτσάκι με τα σπίρτα

Ακούστε αυτό το τραγούδι. Τι σας θυμίζει;
Σίγουρα γνωρίζετε τον Χανς Κρίστιαν Άντερσεν (1805-1875), τον διάσημο δανό παραμυθά. Μια από τις πιο όμορφες ιστορίες του είναι "Το κοριτσάκι με τα σπίρτα". Μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ.

Τώρα που διαβάσατε το παραμύθι, τι λέτε; Μήπως σας θυμίζει κάποιον άλλο ήρωα που πρόσφατα γνωρίσατε; Ποια κοινά στοιχεία μπορείτε να εντοπίσετε ανάμεσα στους δυο;

Μια σύντομη εκδοχή του παραμυθιού μπορείτε να παρακολουθήσετε εδώ

Άραγε, στην εποχή μας υπάρχουν κοριτσάκια με τα σπίρτα; 

 

Άντον Τσέχωφ, “Ο Βάνκας”

Καθώς πλησιάζουν τα Χριστούγεννα, θα αφιερώσουμε μια σειρά μαθημάτων σε αυτή τη μεγάλη γιορτή.

Ξεκινάμε με το "Βάνκα", ο οποίος έχει πολλά κοινά με το μικρό τσαγκαρόπουλο που μας γνώρισε η Ειρήνη Μάρρα στο προηγούμενο κείμενο.

"Ο Βάνκας" είναι ένα διήγημα του Ρώσου λογοτέχνη Άντον Τσέχωφ (1860-1904) και βρίσκεται στο βιβλίο μας (σελ.190-194).

Πριν διαβάσεις το διήγημα, σου προτείνω να δεις αυτή τη μικρή ταινία που δημιούργησαν συνομήλικοί σου μαθητές από γυμνάσιο της Δράμας. 

δραστηριότητες για το επόμενο μάθημα: 

  1. Τώρα που πήρες μια γεύση της υπόθεσης του διηγήματος, διάβασέ το προσεκτικά και στη συνέχεια, αφού μεταφέρεις τον παρακάτω πίνακα στο τετράδιό σου, συμπλήρωσέ τον με πληροφορίες. (Σου θυμίζω ότι είναι ο πίνακας που μελετήσαμε στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας).
τόπος
χρόνος
πρόσωπα - "ήρωες"
πρόβλημα
στόχος
δράση
αποτελέσματα
λύση

2.  Στη συνέχεια, με τη βοήθεια αυτού του πίνακα, γράψε μια μικρή περίληψη (έως 100 λέξεις) της υπόθεσης του διηγήματος στο τετράδιό σου. 

Ειρήνη Μάρρα, “Τα κόκκινα λουστρίνια”

Τώρα που διάβασες το διήγημα μπορείς να ασχοληθείς με δραστηριότητες που το αφορούν:

Δραστηριότητα παραγωγής λόγου: 

Η αδερφή του αγοριού γράφει στο ημερολόγιό της  για όσα συνέβησαν την ημέρα που ο αδερφός της της χάρισε τα κόκκινα λουστρίνια.   Γράψτε αυτό το κείμενο σε α΄ ενικό πρόσωπο.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Να γράψετε το κείμενό σας στα σχόλια αυτής της ανάρτησης (στο πάνω μέρος, εκεί που λέει "Άφησε ένα σχόλιο")

 

“Όλα τα πήρε το καλοκαίρι”

Η γνωριμία μας με τον ποιητή Οδυσσέα Ελύτη (1911-1996) ξεκινάει με ένα ποίημα από την ποιητική συλλογή "Τα Ρω του Έρωτα" (1972), η οποία περιλαμβάνει ποιήματα που προορίζονται να γίνουν τραγούδια όταν συναντηθούν με την κατάλληλη μουσική.

Θα απολαύσουμε το τραγούδι "Όλα τα πήρε το καλοκαίρι". Μπορείτε να το βρείτε στο βιβλίο σας, στη σελίδα 172, ή εδώ.

Στα 1996 ο μουσικοσυνθέτης Δημήτρης Παπαδημητρίου μελοποίησε το τραγούδι. Μπορείτε να το ακούσετε εδώ από την Ελευθερία Αρβανιτάκη.

O Ελύτης όμως ασχολήθηκε και με την τεχνική του κολάζ. Ένα από τα έργα του συνοδεύει το ποίημα που μελετάμε. Εδώ μπορείς να θαυμάσεις περισσότερα έργα του.

Και τώρα, ώρα για παιχνίδι:  

Καλή επιτυχία!!! 

Δραστηριότητα για το επόμενο μάθημα:

Αν σου άρεσε αυτό το τραγούδι, αναζήτησε στο διαδίκτυο και άλλα μελοποιημένα ποιήματα από "Τα Ρω του Έρωτα" (λέξεις κλειδιά: ΕΛΥΤΗΣ, ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ, ΜΕΛΟΠΟΙΗΣΗ). Άκουσε κάποια από αυτά και γράψε στα σχόλια τις εντυπώσεις σου για κάποιο ή κάποια από αυτά.