Ελληνικά

ΟΙ ΣΠΟΡΟΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Ας μάθουμε το μυστικό που κρύβουν οι σπόροι της ζωής:

Η πιο όμορφη ιστορία της ζωής

Η παραπάνω εικόνα αφηγείται την ιστορία ενός σπόρου που τρύπωσε στην αγκαλιά της μητέρας γης (στο χώμα) και με τη βοήθεια των φίλων του, του νερού και του ήλιου κατάφερε να φυτρώσει και να γίνει ένα καταπράσινο και περήφανο φυτό.

Το φυτό αυτό με τη φροντίδα της μητέρας φύσης και των πολύτιμων φίλων του (CO2-αέρας, Ν-P-K-S-Mn-Ca-χώμα, H2O-νερό, c2-ήλιος) έμαθε να φωτοσυνθέτει (να αποθηκεύει ενέργεια) και να φτιάχνει τη δική του τροφή (Ca6Ha12rO6-σάκχαρο = η μυστική συνταγή της ενέργειας) και να απελευθερώνει στην ατμόσφαιρα το πολύτιμο για όλα τα ζωντανά όντα, οξυγόνο (Ο2).

Από τα πιο πάνω στοιχεία, ο άνθρακας, το υδρογόνο και το οξυγόνο λαμβάνονται από τα φυτά μέσω της ατμόσφαιρας. Πιο συγκεκριμένα, το φυτό απορροφά το νερό που έπεσε στο έδαφος ως βροχή και δεσμεύει το διοξείδιο του άνθρακα από την ατμόσφαιρα. Μέσω της φωτοσύνθεσης μετατρέπει τα συστατικά αυτά σε υδατάνθρακες (κατά βάση γλυκόζη). Τα υπόλοιπα στοιχεία περιέχονται, υπό μορφή ενώσεων, στο έδαφος.

Κύρια θρεπτικά συστατικά: Άζωτο (Ν), Φωσφόρος (P), Κάλιο (Κ), Θείο (S),

Μαγνήσιο (Μg), Ασβέστιο (Ca)

Δευτερεύοντα θρεπτικά συστατικά: Σίδηρος (Fe), Μαγγάνιο (Mn), Βόριο (B),

Χλώριο (Cl), Ψευδάργυρος (Zn), Χαλκός (Cu).

( Στη Φύση, τα θρεπτικά συστατικά δεν εξαντλούνται από το έδαφος, καθώς τα φυτά μετά τον θάνατό τους αποσυντίθενται και τα συστατικά τους επανέρχονται στο έδαφος. Αυτό, δυστυχώς, δεν συμβαίνει στις καλλιέργειες του ανθρώπου. Όταν γίνει η συγκομιδή, το μεγαλύτερο τμήμα των φυτών συλλέγεται και απομακρύνεται από την καλλιεργήσιμη έκταση. Ως συνέπεια, η περιεκτικότητα του εδάφους στα συστατικά αυτά μειώνεται, με συνέπεια η ανάπτυξη των φυτών να μην είναι φυσιολογική και η αποδοτικότητά τους να χαμηλώνει σημαντικά. Οι αγρότες για να αντιμετωπίσουν αυτό το πρόβλημα χρησιμοποιούν βιολογικά ή συνθετικά λιπάσματα. Τα συνθετικά λιπάσματα κοστίζουν αρκετά και δημιουργούν μια σειρά από προβλήματα στο οικοσύστημα. Τα κυριότερα οργανικά φυσικά λιπάσματα είναι η κοπριά διαφόρων, κυρίως οικόσιτων, ζώων, όπως τα πουλερικά (κότες), τα πρόβατα, οι αγελάδες και τα άλογα, και τα φύλλα που σαπίζουν, τα οποία μπορεί να έχουν υποστεί τη διαδικασία της κομποστοποίησης.)

Με την ενέργεια από την τροφή του και τα πολύτιμα στοιχεία που απορροφά με τη βοήθεια του νερού από το χώμα καταφέρνει να μεγαλώσει και να ωριμάσει (αναπτυχθεί), να στολιστεί με όμορφα άνθη, να προσελκύσει τις μέλισσες και τα έντομα.

Πότε με τη βοήθεια του αέρα και πότε με τη βοήθεια των καλών του φίλων, τα έντομα, καταφέρνει να επικονιαστεί. Να υποδεχτεί τη μαγική σκόνη (γύρη) που ξεκινάει το ταξίδι της από τους στήμονες (κεραίες) του άνθους ως το στόμιο του ύπερου (στίγμα), μέσα στο οποίο φυλάσσεται καλά το ωάριο του άνθους.

...

...

...

Μόλις η μαγική σκόνη, η γύρη, αγγίξει το ωάριο τότε συμβαίνει ένα θαύμα, η γέννηση της νέας ζωής (γονιμοποίηση του ωαρίου από τη γύρη). Το φυτό απόκτησε τους δικούς του απογόνους, τους σπόρους του. Όταν ωριμάσουν οι σπόροι θα είναι έτοιμοι να ξεκινήσουν το μοναδικό ταξίδι της δικής τους ζωής.

......

....

....

...

Μπορείς να γίνεις κι εσύ ένας μικρός ερευνητής και να μελετήσεις τους σπόρους και τα φυτά. Τι θα χρειαστείς:

ΠΕΙΡΑΜΑ: Μελετώ τη γέννηση και την ανάπτυξη ενός φυτού

ΥΛΙΚΑ

4 κεσεδάκια από γιαούρτι

Ένα μικρό ματσάκι βαμβάκι

Μια μικρή χούφτα φακές και λίγους σπόρους από φασόλια γίγαντες

1 τετράδιο ημερολόγιο

ΟΔΗΓΙΕΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΜΑΤΟΣ

Στο πρώτο κεσεδάκι βάζουμε μια χουφτίτσα φακές, τις σκεπάζουμε με το βαμβάκι, ρίχνουμε λίγο νερό, τόσο όσο να βραχεί το βαμβάκι και το αφήνουμε σε ένα μέρος του μπαλκονιού μας που το βλέπει ο ήλιος. Φροντίζουμε το βαμβάκι να το βρέχουμε τουλάχιστον μια φορά την ημέρα.

Στο δεύτερο κεσεδάκι κάνουμε όλα τα παραπάνω αλλά δεν βάζουμε ούτε σταγόνα νερό.

Στο τρίτο κεσεδάκι κάνουμε όλα όσα κάναμε στο πρώτο κεσεδάκι αλλά αφήνουμε μόνιμα το κεσεδάκι σε ένα σκιερό μέρος.

Στο τέταρτο κεσεδάκι κάνουμε ότι και στο πρώτο με τη μόνη διαφορά ότι χρησιμοποιούμε αντί για φακές 2-3 σπόρους φασολιών (γίγαντες κατά προτίμηση). Παιδιά μου πείραμα σημαίνει παρατήρηση, δηλαδή πρέπει να καταστρώσουμε ένα σχέδιο πώς, πότε και με ποιο τρόπο θα παρατηρούμε και θα καταγράφουμε τα αποτελέσματα της παρατήρησής μας. Ο πιο καλός τρόπος είναι να κρατάμε ένα ημερολόγιο καθημερινό που θα καταγράφουμε με λεπτομέρεια κάθε μέρα και την ίδια περίπου ώρα τις παρατηρήσεις μας για το κάθε κεσεδάκι ξεχωριστά. Τα κεσεδάκια μπορούν κατά σειρά να πάρουν τα ονόματα: Κεσεδάκι 1, Κεσεδάκι 2, Κεσεδάκι 3 και Κεσεδάκι 4. Εννοείτε ότι θα χρειαστείτε αρκετή υπομονή, υπευθυνότητα, συνέπεια και παρατηρητικότητα. Μια καλή ιδέα θα ήταν παράλληλα με το ημερολόγιο να κρατάτε ένα ημερολόγιο φωτογραφιών. Οι φωτογραφίες αυτές μπορούν στο μέλλον να αξιοποιηθούν σε ένα πρόγραμμα επεξεργασίας και παρουσίασης φωτογραφιών, όπως είναι το Powerpoint και να κάνετε μια πολύ ενδιαφέρουσα παρουσίαση, όπως αυτή που παρακολουθήσατε παραπάνω: Πώς γεννιέται ένα φυτό.

Έχω μεγάλη αγωνία να διαβάσω και να δω τις παρατηρήσεις και τις φωτογραφίες σας από τα ημερολόγια που θα φτιάξετε και φυσικά από τα φυτά που θα καλλιεργήσετε.

ΚΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΑΣ!

ΕΠΙΦΩΝΗΜΑΤΑ

ΑΦΗΓΗΣΗ

Διάβασε για τους κανόνες της αφήγησης

Το βουνό της αφήγησης

Μην ξεχνάς ότι μια ιστορία έχει αρχή, μέση και τέλος.

Είναι σαν να σκαρφαλώνεις σε ένα βουνό. Η αρχή είναι οι πρόποδες του βουνού. Σίγουρα δεν ξεκινάς την αναρρίχησή σου τυχαία και χωρίς κανένα σχέδιο. Αντίθετα σχεδιάζεις με λεπτομέρεια τη διαδρομή που θα ακολουθήσεις. Μετά ξεκινάς έχοντας πάρει μαζί σου νερό και φαγητό για τη διαδρομή, δηλαδή τα ρήματα, τα επίθετα, τις αντωνυμίες, τα επιρρήματα και τους συνδέσμους που θα χρειαστείς για την αφήγηση της ιστορίας σου. Η μέση της περιπέτειάς σου θα περίμενες σίγουρα ότι θα είναι κάπου στη πλαγιά του βουνού, για να ξαποστάσεις και να απολαύσεις τη θέα από ψηλά.

Όχι! Η μέση στην αφήγηση της ιστορίας σου βρίσκεται στην κορυφή, όπως μπορείς να διαπιστώσεις και στην παρακάτω εικόνα. Είναι η ΚΟΡΥΦΩΣΗ της ιστορίας που διηγείσαι. Αν ήταν μια ταινία θα ήταν το σημείο όπου έχει την μεγαλύτερη αγωνία, λίγο πριν αποκαλυφτούν από τους ήρωες της ιστορίας όλα τα μυστήρια ή τα μυστικά που είχαν να πουν. Ας επιστρέψουμε πίσω στο βουνό μας. Όταν φτάνουμε στην κορυφή του βουνού, τότε αποκαλύπτεται στα μάτια μας ολόκληρη η θέα που έχει να μας αποκαλύψει το βουνό που σκαρφαλώσαμε, δηλαδή έχουμε αφηγηθεί το μεγαλύτερο κομμάτι της ιστορίας μας.

Όπως θα καταλάβατε και μόνοι σας δεν μπορούμε να μείνουμε για πάντα πάνω στην κορυφή, σιγά σιγά πρέπει να κατηφορίσουμε πάλι προς τους πρόποδες γεμάτοι εικόνες, εντυπώσεις και συναισθήματα από την περιπέτειά μας. Αυτές τις τελευταίες εντυπώσεις μας και τα συναισθήματά μας θα τα αφηγηθούμε στο τέλος της ιστορίας μας.

Τι λέτε παιδιά μου, αξίζει να ανεβούμε μαζί στο ΒΟΥΝΟ ΤΗΣ ΑΦΗΓΗΣΗΣ;

Μπορείς να αφηγηθείς τη δική σου ιστορία, παίρνοντας ιδέες από τις παρακάτω εικονογραφημένες εικόνες ή αξιοποιώντας τις εικόνες της δικής σου φαντασίας (λιμνούλας).

Ανακαλύπτω τις λεξούλες και τις συνδυάζω μες στο «καζάνι» της φαντασίας μου για να δημιουργήσω ένα ποιηματάκι ή ένα γλωσσοδέτη

Φύλλο εργασίας:

Το δωμάτιο του ζαχαροπλάστη και το καζάνι της φαντασίας μου.docx

Μαθηματικά

Λύσεις :

Με τα ψηφία 1,0 και 9 φτιάχνω τον μεγαλύτερο και τον μικρότερο εξαψήφιο αριθμό χρησιμοποιώντας κάθε ψηφίο τουλάχιστον μία φορά.

Προσοχή οι αριθμοί σου πρέπει να είναι έως 200.000!

Εάν εφαρμόσατε σωστά την "στρατηγική σας" τότε οι αριθμοί σας θα συμφωνούν με τις παρακάτω λύσεις:

(1,0, 9): μεγαλύτερος 199.990

μικρότερος 100.009

(1,3,4,5) μεγαλύτερος 155.543

μικρότερος 111.345

(1, 0) μεγαλύτερος 111.110

μικρότερος 100.000

Οι δύο φίλες

«Οι δύο φίλες»

από την Ελένη Τ.

Ελένη Τ - Οι δύο φίλες.docx

«Οι δύο φίλες»

 

Ήταν δύο φίλες, δύο κορίτσια. Το ένα κορίτσι έμενε στη βίλα Αλλατίνη και την έλεγαν Χρυσάνθη. Το άλλο κορίτσι το έλεγαν Σοφία αλλά αυτή είχε μικρή διαφορά από τη Χρυσάνθη. Αυτή ήταν λίγο πιο απλή πιο καθημερινή, με λίγα λόγια δεν είχε τόσα χρήματα όπως την Χρυσάνθη. Αυτό όμως δεν τις εμπόδιζε να γίνουν φίλες.

Η Σοφία έμενε κοντά στη βίλα της Χρυσάνθης. Κάθε μέρα περνούσε από εκεί με την οικογένειά της. Έβλεπε λοιπόν το σπίτι και το ζήλευε επειδή αυτή είχε ένα πιο απλό και λιτό σπίτι από εκείνη. Η Σοφία ήθελε να την κάνει φίλη την Χρυσάνθη. Είχε προσπαθήσει πολλές φορές να την προσεγγίσει αλλά δυστυχώς δεν τα κατάφερε γιατί η Χρυσάνθη την κορόιδευε που ήταν πιο φτωχιά. Μια ημέρα όμως η Χρυσάνθη ήταν στο δωμάτιό της και σκεφτόταν τις στιγμές που κορόιδευε την Σοφία. Τότε ένιωσε πολύ άσχημα και ντράπηκε. Πήγε λοιπόν να τη βρει και να της ζητήσει συγγνώμη για την απαίσια συμπεριφορά της. Και μετά από εκείνη την ημέρα συμφιλιωθήκαν και γίνανε πολύ καλές φίλες.

Εκείνη την ημέρα δεν την ξέχασαν ποτέ και κατάλαβαν ότι για να γίνει φίλος με κάποιον δεν έχει σημασία αν δεν έχει τα ίδια χρήματα με εσένα ή το αντίθετο σημασία έχει να ταιριάξετε σαν χαρακτήρες και να είστε πάντα φίλες.

Ελένη Τ.

ΟΙ ΔΥΟ ΦΙΛΕΣ

ΟΙ ΔΥΟ ΦΙΛΕΣ

από την Βασιλική Β.

ΟΙ ΔΥΟ ΦΊΛΕΣ_ΒΑΣΙΛΙΚΗ Β.pptx

Τα μυστηριώδη αγγεία

Τα μυστηριώδη αγγεία

από την Κάλλια

Τα μυστηριώδη αγγεία Κάλια 

Τα μυστηριώδη αγγεία

από την Κάλλια

 

 Το όνομά μου είναι Οδυσσέας, και θα σας πω μια ιστορία. Μία αληθινή ιστορία, και όχι παραμύθι. Θα σας πω την ιστορία των μαγικών δελφινιών…

  

 «Οδυσσέα, Οδυσσέα, ετοίμασες τις βαλίτσες σου επιτέλους;»

 

Βάζω ότι στοίχημα θέλετε, ότι αυτό σας λέει όλη την ώρα η μαμά σας πριν φύγετε για διακοπές. Άσχετα από το αν εσείς τις έχετε πει ένα εκατομμύριο φορές “Ναι, μαμά, την έκανα.”. Συνήθως, λίγο αφού επιβιβαστούμε στο πλοίο λέει: «Συγγνώμη, παιδιά, μα ήμουν πολύ αγχωμένη που θα φεύγαμε. Δεν ήθελα να ξεχάσουμε τίποτα.» και μας ζητάει να την συγχωρέσουμε μα αυτό γίνεται κάθε καλοκαίρι, δηλαδή έντεκα ολόκληρες φορές από τότε που γεννήθηκα! Τέλος πάντων, αλλάζω θέμα.

  Συνήθως τα καλοκαίρια πηγαίνουμε στα ξαδέρφια μας στην Λευκάδα, που είναι καταπληκτικό νησί, μα φέτος άλλαξαν τα σχέδια. Οι θεία και ο θείος μου είχαν αποφασίσει να πάνε στους φίλους τους στην Αγγλία για να κάνουν ένα «διάλειμμα» από γονείς, και να μας αφήσουν εμάς τα ξαδέρφια μου, τα οποία θα δημιουργήσουν υπερπληθυσμό αργά ή γρήγορα, και συνεχίζουν να αυξάνονται. Φαντάζεστε λοιπόν ότι η σούπερ νευρική μαμά μου κόντευε να πάθει νευρικό κλονισμό. Όμως με τον Στράτο, τον Ιάσονα, τον Μιχάλη, την Πηνελόπη, την Σοφία, την Ελένη, τον Νίκο, την Πωλίνα, τον Χάρη, την Μελίνα, τον Στέλιο, ακόμη και με την μικρή Άννα, περνάμε αξέχαστες στιγμές.

  Ο μπαμπάς μου είχε προτείνει, μια και θα έπρεπε να κουμαντάρει δεκαπέντε παιδιά, τρία δικά του και δώδεκα τα ανίψια του, να πάμε στη γιαγιά και τον παππού στη Χίο για τις καλοκαιρινές διακοπές. Οπότε κλείσαμε τρεις καμπίνες στο πλοίο και πακετάραμε.

  Μετά από έναν τεράστιο καβγά με την αδερφή μου, για το πώς θα χωριστούμε στις καμπίνες, βρέθηκα επιτέλους στην δική μου. Η μαμά και ο μπαμπάς βρίσκονταν την ίδια στιγμή στην καμπίνα με το διπλό κρεβάτι, μαζί με την Άννα, που μόλις έκλεισε τα δύο, τον Πέτρο, τον μικρό μου τετράχρονο αδερφό και τον Στέλιο, ο οποίος δεν πρόκειται να με αφήσει σε ησυχία μιας και είναι στην κρίσιμη ηλικία: «τα τρομακτικά τρία». Όπως και να έχει, τα βρήκαμε τελικά και στις καμπίνες χωριστήκαμε ως εξής: Στράτος, Μιχάλης, Σοφία, Πωλίνα, Χάρης και Οδυσσέας στην πρώτη, και Λένα (έτσι τη λένε την πολυαγαπημένη μου αδερφούλα), Ιάσονας, Πηνελόπη, Ελένη, Νίκος και Μελίνα στην δεύτερη.

  Το πλοίο είχε ξεκινήσει και ο Μιχάλης είχε πάρει έναν κουβά «καλού κακού», γιατί ζαλιζόταν εύκολα, ο Στράτος έπαιζε μαξιλαροπόλεμο με τον Χάρη, η Πωλίνα διάβαζε κόμικς, η Σοφία μιλούσε στο κινητό με τη μαμά της και εγώ προσπαθούσα να κοιμηθώ απεγνωσμένα, γιατί είχε πάει 4.00 π.μ. το χάραμα και ήμουν ψόφιος. Είχα το πολύ τρεισήμισι   ώρες ύπνου μέχρι να μπει η μαμά και να αρχίσει να τσιρίζει «Σηκωθείτε, φτάσαμε!».

     Ήμασταν στο λιμάνι της Σαντορίνης. Στο λιμάνι του νησιού- ηφαιστείου, και περιμέναμε το ταξί για να πάμε στους παππούδες μας. Τι ταξί; Μάλλον πούλμαν! Και πάλι στριμώχτηκα!

  Αχ, με το που πατήσαμε το πόδι μας στο σπίτι της γιαγιάς, μυρίσαμε ότι χωράει ο νους: φάβα, κοπάνια, ντοματοκεφτέδες, χλωροτύρι, μελιτζάνες, και σκορδομακάρονα και ζεστό ψωμί. Και μετά νιώσαμε σαν να μην μπορούμε να αναπνεύσουμε. Τόσο σφιχτή ήταν η αγκαλιά της γιαγιάς! Και μετά ήρθε κι ο παππούς να μας προϋπαντήσει, με τραγούδια. Ναι, έτσι είναι ο παππούς μας!  

  Σίγουρα τα φαγητά της γιαγιάς ήταν πολύ καλύτερα από τα γαριδάκια στο πλοίο, μα τις πιο πολλές φορές δεν ήξερα τι έτρωγα! Αν η γιαγιά μου έλεγε ας πούμε, «Οδυσσέα, θες να σου βάλω στο πιάτο καρδαμίδες;”, εμένα μου ακουγότανε σαν να έλεγε «Θες... 豆蔻果实» οπότε απλώς έλεγα σε όλα ναι, μέχρι που κάποια στιγμή, όταν ο παππούς μου έβαζε στο πιάτο κάτι σε πορτοκαλί, ο μπαμπάς είπε «Α! μπαμπά, μην του βάζεις, έχει αλλεργία». Από θαύμα ζω τώρα!

  Αχ, μιλάω, ή μάλλον γράφω πολύ. Η περιπέτεια μας αρχίζει εδώ. Όμως έπρεπε να σε προετοιμάσω, αναγνώστη. Μην πας στα τυφλά.

  Δεν είχε ώρα που είχαμε κινήσει με τα ξαδέρφια μου για την παραλία, με τα φουσκωτά, τις σανίδες, τις μάσκες, τους αναπνευστήρες, τα κουβαδάκια και τα μπρατσάκια της Άννας. Για να μη μιλήσω για τις πετσέτες, τα αντηλιακά, τα ψυγεία και τα βατραχοπέδιλα! Όπως και να έχει, ακούγονται πολλά, μα ήμασταν συν την γιαγιά και τον παππού δεκαεννιά άτομα να τα κουβαλάμε!

   Όταν βούτηξα στην θάλασσα ένιωσα αναζωογονημένος. Τι ωραία που ήτανε που δεν σκεφτόμουν κάτι σαν... «Ω! όχι, μόλις πάω σπίτι πρέπει να διαβάσω Ιστορία!». Έβλεπα όλο τον βυθό με τη μάσκα μου, και ξαφνικά «Ωπ, τι να δω!».

  Κάπου εκεί, ανάμεσα στις πέτρες, είδα κάτι να γυαλίζει. Έκανα το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό: μακροβούτι για να το πιάσω. Το πήρα και το περιεργάστηκα. Ήταν ένα αγγείο, ένα πανέμορφο αγγείο σχεδόν σε άριστη κατάσταση, με δελφίνια επάνω του. Τι ωραίο που ήτανε! Και τσουπ! ξαφνικά διπλασιάστηκε! Στο περίπου. Βρήκα άλλο ένα, με δελφίνια κι αυτό, πίσω από τα βράχια, και πετάχτηκα. Θυμήθηκα ότι υπήρχε μία φωτογραφία από αυτά τα αγγεία στο βιβλίο της Ιστορίας, αλλά στο μάθημα έγραφε… δε θυμάμαι, δεν προσέχω και πολύ στην Ιστορία, αλλά μάλλον κάτι για αρχαιοκάπηλους. Και τότε κάποιος μίλησε.

- Γεια σου! Πώς σε λένε;

Ήταν μια κοπέλα, κάπου στα είκοσι, που είχε σκύψει πάνω από το κεφάλι μου και κοιτούσε το αγγείο.

- Οδυσσέα, εσύ ποια είσαι;

- Εγώ είμαι η Κατερίνα.

- Είσαι από εδώ;

- Όχι, είναι η αλήθεια, είμαι εδώ για διακοπές. Όμως έχω βρει έξω από το χωριό ένα καλυβάκι και με φιλοξενεί μια γριούλα.

Άλλαξε θέμα. Μάλλον πίστεψε ότι είπε πιο πολλά από όσα έπρεπε.

- Όμορφο το αγγείο σου. Πού το βρήκες;

Έδειχνε μυστηριωδώς πολύ ενδιαφέρον για τα δύο αγγεία.

-Το βρήκα εντελώς τυχαία, εδώ, ανάμεσα στους βράχους.

-Α, μάλιστα. Μπορώ να το πάρω για να το δω από κοντά;

Της το έδωσα και περιεργάστηκε τις λεπτομέρειες στο σχέδιο.

-Ουάου! φαίνεται γνήσιο. Όμως πρέπει να το πας στην αστυνομία, δεν κάνει να κυκλοφορείς μαζί με αυτό αγκαζέ!

-Οκ! σύμφωνοι, απλά πρέπει να σε ρωτήσω κάτι.

-Ρώτα με.

-Έχεις να μου δώσεις τίποτα πληροφορίες;

Αυτή, χαμογέλασε πονηρά και μου απάντησε.

-Δεν είμαι ειδικός σε τέτοια θέματα, αλλά πιστεύω ότι πρέπει να είναι από το 500 π.Χ., αν δεν κάνω λάθος. Όμως δεν μπορώ να σου δώσω παραπάνω πληροφορίες.

 Βγήκα έξω να ρωτήσω τον παππού. Εκείνος σίγουρα κάτι θα ήξερε.

- Εξαιρετικό εύρημα! Μα δεν είναι ασφαλές να κυκλοφορείς με αυτό, Οδυσσέα. Πρέπει να το πάμε εγκαίρως στο αστυνομικό τμήμα!

  Όταν το έμαθε η μαμά έγινε χαμός! 

- Τι πράγματα είναι αυτά! Θα μπλέξεις! Θα το πάω στο τμήμα, δώσ’ το μου αμέσως!

Το έδωσα στην μαμά, και άκουσα τον παππού, που είχε όρεξη για μια ιστορία.

- Λοιπόν, από πού να αρχίσω; Α, ναι. Οι Αρχαίοι Έλληνες ασχολήθηκαν με οτιδήποτε πίστευαν ότι έχει αξία στη ζωή τους. Μια από αυτές τις αξίες είναι και τα δελφίνια. Είναι απίστευτο πόσο καλά είχαν μελετήσει τα δελφίνια και πόσα πράγματα γνώριζαν γύρω από αυτά. Ο Αριστοτέλης έγραψε για αυτά πριν από 2.370 χρόνια περίπου. Η Μυθολογία των Αρχαίων Ελλήνων, που προηγείται του Αριστοτέλη, σε πολλούς μύθους της, εμπλέκει τα θαυμάσια αυτά θαλασσινά ζώα. Αυτά τα θαλάσσια θηλαστικά αναμείχθηκαν με τις ζωές των Ολύμπιων θεών των οποίων οι πράξεις τους «εντελώς συμπτωματικά» ήταν περισσότερο ανθρώπινες και λιγότερο «θεϊκές», κάνοντάς τες σε αρκετά σημεία να μοιάζουν με τον τρόπο ζωής των θνητών. Ο Απόλλωνας, η Δήμητρα, η Αφροδίτη, ο Διόνυσος και φυσικά ο Ποσειδώνας είναι μερικοί από τους Δώδεκα Θεούς του Ολύμπου, οι οποίοι όλοι έχουν κάποιον μύθο που τους συνδέει με τα δελφίνια και τη γέννησή τους. Γεγονός που κάνει τα δελφίνια για τους Αρχαίους Έλληνες ιερά ζώα. Επίσης, οι Αρχαίοι ‘Έλληνες πίστευαν ότι τα δελφίνια ήταν κάποτε άνθρωποι, όπως αναφέρεται σε έναν άλλο μύθο με πρωταγωνιστή τον Θεό Διόνυσο, και ότι διατηρούν ακόμη κάποια από τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά τους. Για το λόγο αυτό προστάτευαν με αυστηρούς νόμους τα δελφίνια και τιμωρούσαν με βαριές ποινές όσους δε σέβονταν τη ζωή και τα δικαιώματα των ιερών αυτών ζώων. Πρέπει να αναφερθούμε επίσης για τη θέση που είχαν τα δελφίνια και στην Μινωική Κρήτη, όπως αποδεικνύεται από τις τοιχογραφίες των περίφημων μινωικών ανακτόρων της Κνωσού. Ο Μινωικός πολιτισμός που είχε προηγηθεί, επηρέασε πρώτα τους Αχαιούς και στη συνέχεια τα υπόλοιπα ελληνικά φύλα που ακολούθυσαν (Ίωνες, Αιολείς και Δωριείς).

- Σωκράτη, τα ζάλισες τα παιδιά! είπε η γιαγιά. Αφήστε τον παππού σας και ελάτε να ακούσετε κάτι πιο ενδιαφέρον. Την ιστορία του μαγικού δελφινιού. Ήταν κάποτε ένα δελφίνι, που όλοι λέγανε στο χωριό ότι είχε μαγικές δυνάμεις. Μια μέρα, ένα μικρό αγοράκι, ο Μάξιμος Γιάρκοβιτς από τη Ρωσία, είχε πάει στην θάλασσα να κολυμπήσει με τους γονείς του, όπως εμείς τώρα καλή ώρα. Κάποια στιγμή, ο μπαμπάς του τον φώναξε να ανέβει σε μία βάρκα που τους είχε δανείσει ένας γνωστός του στο λιμάνι. Βγάλανε λοιπόν τη βάρκα στα ανοιχτά πριν το καταλάβουν. Τότε, ξαφνικά, ο Μάξιμος γλίστρησε και έπεσε στη θάλασσα. Τα ρεύματα άρχισαν να τον παρασέρνουν. Ο πατέρας του προσπάθησε να τον σώσει μα δεν τα κατάφερε. Το μόνο που μπορούσε πλέον να κάνει ήταν να βλέπει τον γιο του να φεύγει μακριά. Μα, σαν από θαύμα, ήρθε ένα δελφίνι και κατάφερε να ανεβάσει πάνω του τον μικρό και να τον πάει στον πατέρα του. Έβγαλε στην ακτή και τους δυο τους, και από τότε προστατεύει αυτή την παραλία. Λένε, ότι τότε ένας καλλιτέχνης βρισκότανε στην ακρογιαλιά, και εμπνεύσθηκε από το θέαμα για μία καινούργια δημιουργία. Αυτό το αγγείο πωλείται πανάκριβα, καταλαβαίνετε πόσο παλιό είναι.

  Ο μικρός Πέτρος ήταν εκστασιασμένος.

  Η Πωλίνα κοιτούσε με μάτια ορθάνοιχτα.

  Ο Στέλιος είχε σχηματίσει ένα όμικρον στο στόμα του.

  Η Λένα κοιτούσε με ένα ύφος σαν να τις είχαν ήδη δώσει ένα τρισεκατομμύριο (και μετά ο μπαμπάς λέει ότι η κόρη του δεν είναι φιλοχρήματη).

  Ο Μιχάλης είπε: «Ουάου!!!».

  Κι εγώ έπαιρνα όρκο ότι αυτή ήταν μία από τις καλύτερες ιστορίες που έχω ακούσει.

  Είχαμε όμορφα όνειρα, εγώ τουλάχιστον. Είδα ότι κάλπαζα καβάλα σε ένα δελφίνι.

  Είχαμε όμορφα όνειρα, εγώ τουλάχιστον. Είδα ότι κάλπαζα καβάλα σε ένα δελφίνι.

 

Το επόμενο πρωί, μπήκα στην κουζίνα και είδα την Μελίνα να κάθεται με τον Νίκο και τον Ιάσονα στον υπολογιστή της.

- Τα ‘μαθες; με ρώτησε.

Ήταν αρκετά χλωμή.

- Τι έγινε;

Η Μελίνα δεν απάντησε. Κοίταξα τον Ιάσονα.

- Έγινε ληστεία. Πήραν τα αγγεία που βρήκες χθες στην παραλία. Και κοίτα ποιος είναι, σύμφωνα με τις κάμερες ασφαλείας.

  Δεν το πίστευα… ήταν αδύνατο…

- Μα αυτή είναι η Κατερίνα!

- Οδυσσέα, μη μου πεις ότι ξέρεις αυτή τη γυναίκα!

- Βασικά… την συνάντησα για πρώτη φορά όταν ήμουν στην παραλία, και μου έπιασε συζήτηση για τα αγγεία.

- Αυτή είναι μία από τους μεγαλύτερους εγκληματίες του κόσμου! Κι όμως, σκέψου ότι δεν έχουν καταφέρει να την πιάσουνε, παρόλο που την είδανε στις κάμερες! Και πάντα έχει οχτακόσια πενήντα τρία εναλλακτικά σχέδια, και καταφέρνει και ξεφεύγει. Μελετάει τις κινήσεις της και είναι πανέξυπνη. Απορώ πως δε δουλεύει στη NASA με τέτοιο μυαλό! Ο Αιστάιν είχε χαμηλότερο «IQ» από την ίδια!

- Άσε τα πολλά πολλά και τρέχα να πεις στην Σοφία, την Πωλίνα, τον Χάρη και τον Μιχάλη, ότι το βράδυ έχουμε συμβούλιο στο μπάνιο! Μελίνα, τρέχα κι εσύ!

     Σηκώθηκα λοιπόν στις μία το βράδυ από το κρεβάτι, και στις μύτες των ποδιών πήγα στο μπάνιο. Μπήκα μέσα και κλείδωσα την πόρτα. Δεν ήμουν και πολύ άνετα, γιατί ήμασταν εφτά παιδιά σε ένα μπάνιο ενός τετραγωνικού μέτρου. Δεν είναι ανάγκη να αναφέρουμε έως πού φτάσαμε να καθίσουμε!

- Εντάξει; Είμαστε όλοι;

- Πείτε επιτέλους!

- Μιχάλη! Κάθεσαι στα πόδια μου!

- Χάρη μη μου τραβάς τα μαλλιά!

- Πήρε κανείς την παντόφλα μου;

- Έσκασα εδώ μέσα!

- Η ρόμπα μου ξέβαψε… Αύριο θα πω στη γιαγιά να μου πάρει καινούργια!

- Πεινάω! Λέτε να έχει πατατάκια στην κουζίνα;

- Ηρέμησε Σοφία, τα γυαλιά μου θα πέσουν μέσα στην τουαλέτα!

- Δεν μπορώ να βρω το κινητό μου…

- Αχ! Τα ‘μαθες; Η Στέλλα του κυρ Δημήτρη από το διπλανό χωριό παντρεύεται τον Σοφοκλή τον Χαλβαίο!

- Μη μου πεις!

- Μπλιαχ! Η οδοντόβουρτσά μου έπεσε στην ντουζιέρα! Δεν θέλω να γεύομαι ποδαρίλα όταν πλένω τα δόντια μου!

- Δεν σταματάτε να μιλάτε; Λέω εγώ τώρα!

- Γιατί είμαστε εδώ είπαμε;

- Ωχ!

- Ξέρει κανείς τι ώρα είναι;

- Να παίξουμε τρίλιζα στο τετράδιό μου;

- Ξέχασα τις τυχερές μου κάλτσες στο σπίτι!

- Τρομερό, το βραχιόλι σου, Πωλίνα! Το πήρες από την κυρία Ανθή; Έχω ακούσει ότι κάνει καταπληκτικά κοσμήματα!

- Μην είσαι τόσο κοντά μου! Μυρίζει η ανάσα σου!

- Η γιαγιά είπε ότι αύριο θα φτιάξει παστίτσιο…

- Θα μου δανείσεις την μπλούζα σου με τις παγιέτες αύριο;

- Συλλέγεις καθόλου κοχύλια;

- Ξέχασα γιατί ήρθαμε, πάω να φύγω…

Καταλαβαίνετε λοιπόν τι περνάω όταν προσπαθώ να κάνω μία σοβαρή συζήτηση με τα ξαδέρφια μου. Ελπίζω να μην παρεξηγηθεί ο αναγνώστης που άρχισα να φωνάζω έξαλλος…

- ΑΚΟΥΣΤΕ ΜΕ ΟΛΟΙ! ΕΧΩ ΝΑ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΩ ΚΑΤΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ! ΚΛΑΠΗΚΑΝ ΤΑ ΑΓΓΕΙΑ, ΟΠΩΣ ΟΛΟΙ ΓΝΩΡΙΖΕΤΕ, ΚΑΙ…

- Οδυσσέα, σταμάτα! Μου τρύπησες τα αυτιά! Πιο σιγά!

- Α, καλά, τέλος πάντων, όπως έλεγα κλάπηκαν τα αγγεία και πρέπει να αναλάβουμε δράση! Γι’ αυτό, αύριο, την ίδια ώρα, θα συναντηθούμε στην αλάνα του χωριού με φακούς, ποδήλατα και όλα τα απαραίτητα και θα πάμε σε ένα καλυβάκι έξω από το χωριό. Πιθανόν να βρούμε εκεί την υπεύθυνη όλου αυτού του σαματά. Όμως δεν θα είναι εύκολο, αυτό το λέω και το υπογράφω. Α, και, Σοφία, μην ξεχάσεις να φέρεις το κινητό σου, πιστεύω θα μας είναι χρήσιμο.

- Μη σε ανησυχεί Οδυσσέα, το περίεργο θα ήταν αν δεν το έπαιρνα!

- Ωραία, και τώρα η μεγάλη ερώτηση, είστε όλοι μέσα;

- ΝΑΙ!

- Και το ρωτάς;

- Εννοείται!

- Αναμφίβολα!

- Αμέ! Δε θα το έχανα!

- Σίγουρα!

- Με δουλεύετε τώρα; ΦΥΣΙΚΑ!

- Γιούπι!

Πριν το καταλάβουμε, ακούστηκε ένα ρυθμικό χτύπημα στην πόρτα.

«Τοκ τοκ, τοκ, τοκ τοκ, τοκ…».

  Με κάτασπρα πρόσωπα γυρίσαμε το κλειδί και ανοίξαμε την πόρτα. Θα προτιμούσα αυτή τη στιγμή να στεκόταν έξω κανένας μπαμπούλας, αλλά δεν ήτανε. Χειρότερα. Ήταν η μαμά μου.

- ΤΙ ΣΤΟ ΚΑΛΟ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΕΔΩ ΠΕΡΑ!!!!!!!!!!

Κοίταξε ύστερα εμένα, με αυστηρό βλέμμα.

- ΟΔΥΣΣΕΑ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Με περίμενε λοιπόν γερή κατσάδα.

- ΠΗΓΑΙΝΕΙΣ, ΣΤΙΣ ΤΡΕΙΣ Η ΩΡΑ ΤΟ ΠΡΩΙ ΣΤΟ ΜΠΑΝΙΟ ΚΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ ΑΛΛΟ ΜΕ ΤΑ ΞΑΔΕΡΦΙΑ ΣΟΥ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΝΑ ΚΟΙΜΑΣΑΙ! Η ΓΛΥΚΙΑ ΣΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥΛΑ. Αυτό ακριβώς σκεφτόμουνα εκείνη τη στιγμή, «Τι έκανε πάλι αυτή η άγια Λένα;». ΑΥΤΗ ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ ΤΗΣ ΚΑΙ…

  Η μαμά σταμάτησε απότομα. Η Λένα ήταν πια μπροστά μας, λίγο τρομαγμένη, και κρατούσε με την Πηνελόπη πορτοκαλάδες και ποπ κορν. Εμείς είχαμε γλιτώσει για την ώρα, και βρήκαμε ευκαιρία να πάμε στα κρεβάτια μας.

 Το απόγευμα, κατά τις έξι και μισή, καθόμουν στην κουκέτα την δική μου και του Μιχάλη, και έγραφα στο σημειωματάριό μου τι θα έπαιρνα μαζί μου το βράδυ.

Τι να πάρω μαζί μου:

- Φακό για το σκοτάδι

- Μεγεθυντικό φακό

- Ποδήλατο (αυτό δεν μπαίνει στο σακίδιο, θα το πάρω φεύγοντας)

- Κράνος και επιγονατίδες (ασφάλεια πάνω από όλα!)

- Σχοινί ( αρκετά μακρύ)

- Γάντζο ( ο παππούς έχει στην αποθήκη)

- Ίσως κανένα κουτί με είδη πρώτων βοηθειών (ποτέ δεν ξέρεις)

- Νερό

Τότε, η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα η γιαγιά.

- Σήκω Οδυσσέα, ο παππούς γύρισε από το ψάρεμα πριν λίγη ώρα και έφτιαξα ψάρια στο τηγάνι για το βράδυ!

  Περιττό να αναφέρω ότι τα ψάρια τα τηγανιτά είναι το αγαπημένο μου φαγητό, έτσι πήγα στην αυλή, όπου βρήκα τον μπαμπά να βοηθάει τον παππού στο στρώσιμο του τραπεζιού, την μαμά να προσπαθεί να ταΐσει την Άννα, τον Πέτρο και τον Στέλιο να παίζουν με τα πλαστικά αεροπλανάκια τους, την Λένα να κουτσομπολεύει με την Πηνελόπη (η αιώνια αδερφή μου!), τον Ιάσονα και τον Νίκο να ανταλλάσουν κάτι αυτοκόλλητα με αυτοκίνητα, την Ελένη και την Μελίνα να χαζεύουν ένα περιοδικό καθισμένες στη κρεμασμένη κούνια, την Πωλίνα να παίζει με μία κούκλα, την Σοφία να διαβάζει, τον Χάρη, τον Στράτο και τον Μιχάλη να προσπαθούν να μεταφέρουν τα μπολ με τα βραστά λαχανικά και τις σαλάτες, και λίγο πιο πίσω την γιαγιά να κουβαλάει τα πιάτα με τα ψάρια.

  Φάγαμε του σκασμού, και αφήσαμε τους μεγάλους να κουβεντιάζουν. Τότε η ίδια παρέα που είχαμε συναντηθεί και στο μπάνιο, χωθήκαμε κάτω από το τραπέζι για να δείξω στα ξαδέρφια μου τι θα έπρεπε να πάρουμε τη νύχτα.

- Οκ! είπε η Σοφία.

- Εντάξει, θα ετοιμάσω μετά το σακίδιό μου, είπε ο Ιάσονας.

- Πρέπει να φέρουμε όλα αυτά; ρώτησε η Πωλίνα.

- Όχι, εσείς θα φέρετε μόνο ποδήλατα, κράνη, επιγονατίδες, νερά, φακούς και γάντζους. Τα υπόλοιπα τα φέρνω εγώ.

  Μπήκαμε στο σπίτι μετά από λίγη ώρα, και ετοίμασα το σακίδιό μου. Το έκρυψα κάτω από το πάπλωμα, και παρέμεινα ξύπνιος να κοιτάζω το ρολόι στον τοίχο επί τρεις ώρες, μέχρι να πάνε μεσάνυχτα. Φοβερά βαρετό, αλλά επέζησα.

  Κίνησα για την αυλή, και πήρα το ποδήλατό μου. Από εκεί έφυγα για την αλάνα του χωριού, όπου ήταν η συνάντηση, με το μικρό φακό μου στερεωμένο στο ποδήλατο.

- Οδυσσέα, εδώ είμαστε!

  Όλοι ήταν εκεί, και έτσι κινήσαμε για να φύγουμε έξω από το χωριουδάκι μας. Κάναμε αρκετή ώρα ποδήλατο, μέχρι που φάνηκε μία μικρή καλύβα. Πόσο χαρήκαμε! Εκτός βέβαια από την Σοφία, που είναι τρία χρόνια μεγαλύτερη και την κόβει περισσότερο και έσμιξε τα φρύδια της, δείχνοντας έντονα την ανησυχία της.

- Περίεργο δεν σας φαίνεται; Υποτίθεται έχει «1.000.000.000...IQ», και μας αποκάλυψε την έδρα της;

- Λοιπόν, μάλλον έχεις δίκιο, αλλά μπορεί να πίστεψε ότι δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από λίγα παιδάκια, απάντησε ο Ιάσονας.

- Μπα, εγώ πιστεύω ότι μας έχει στήσει παγίδα… απάντησε η ξαδέρφη μου.

- Ε, μπορεί, όμως εμείς είμαστε προετοιμασμένοι για όλα!

  Είχα λίγες αμφιβολίες, όμως παρκάραμε τα ποδήλατα λίγα μέτρα μακριά από την καλύβα και τρέξαμε κατά εκεί.

- Η πόρτα δεν ανοίγει, και το παράθυρο παραείναι ψηλά! είπε ο Χάρης, που είχε φτάσει πρώτος.

  Τότε μου ήρθε μία ιδέα, και τους την είπα. Να τι κάναμε. Ο Μιχάλης πήρε έναν γάντζο και το σχοινί και το πέταξε στο περβάζι. Έτσι, σκαρφαλώσαμε.

  Μπήκαμε μέσα, και αντικρίσαμε μία πολυθρόνα, μπροστά από ένα σβηστό τζάκι. Προχωρήσαμε, και ακούσαμε φωνές. Η Κατερίνα μιλούσε με έναν άγνωστο άντρα  μέσα σε ένα κλειδωμένο δωμάτιο. Εμείς τους παρακολουθούσαμε από την κλειδαρότρυπα. Είχαν μπροστά τους σε ένα τραπέζι έναν ανοιχτό χάρτη, με τα δύο αγγεία που είχαν κλέψει, και συζητούσαν για να πουλήσουν κάτι…

- Σοφία, κάλεσε την αστυνομία! της ψιθύρισα.

  Η Σοφία τηλεφώνησε, αλλά μάλλον κινδυνεύαμε ακόμη. Τότε ο Μιχάλης φταρνίστηκε. Τα υπόλοιπα έγιναν σε κλάσματα δευτερολέπτου. Η πόρτα άνοιξε από τον άντρα δίπλα στην Κατερίνα, μας έβαλε μέσα στο δωμάτιο και με αλυσίδες μας έδεσαν σε μία κολόνα. Η Κατερίνα ήταν έξω φρενών, και φώναζε που δεν είχαν κλειδώσει τα παράθυρα. Με τόσο πανικό, μας ξέχασαν σχεδόν, και τότε η Πωλίνα έβγαλε μία φουρκέτα από τα μαλλιά της και με το τσιμπιδάκι της ξεκλείδωσε τα λουκέτα στις αλυσίδες και ελευθερωθήκαμε. Κρυφά βγήκαμε από το σπίτι όσο αθόρυβα μπήκαμε, χωρίς φταρνίσματα αυτή τη φορά, με τη βοήθεια του σχοινιού και περιμέναμε να έρθουν τα περιπολικά. Όμως ακούσαμε τον Ιάσονα να λέει “Ωχ, το πόδι μου!”. Τότε με έπιασε πανικός, και προσπάθησα να ανοίξω το σακίδιό μου για να βγάλω επιδέσμους. Ευτυχώς που έδεσε το πόδι του Ιάσονα ο Χάρης, που ήταν πιο εκπαιδευμένος σε κάτι τέτοια, και μετά γελάσαμε όλοι γιατί από πάνω ακουγόντουσαν ακόμη οι φωνές τις Κατερίνας που μονολογούσε πώς της διέφυγε και ξέχασαν τα παράθυρα ξεκλείδωτα. Δεν είχαν πάρει ακόμη χαμπάρι τίποτα! Το επόμενο πράγμα που κάναμε αφού ακούσαμε σειρήνες ήταν να ποδηλατούμε στα λοφάκια του χωριού, περιμένοντας να ακούσουμε τις φωνές της μητέρας μου…

   

  Έμαθα την επόμενη μέρα για την σύλληψη και φυλάκιση των δύο επικίνδυνων εγκληματιών. Νόρμαν, έλεγαν τελικά τον άντρα που μας έδεσε. Όλοι αναρωτιόνταν στο σπίτι: «Μα πώς τους έπιασαν;».

Εγώ, τα ξαδέρφια μου και εσείς που διαβάσατε την ιστορία μου γνωρίζουμε μόνο τι ακριβώς συνέβη το προηγούμενο βράδυ.

 

 

Κάλλια