2. Η τέχνη της Μεσοποταμίας – Η τέχνη της Αιγύπτου

A. Η τέχνη της Μεσοποταμίας (περίπου 4.000 π.Χ.)
Στην περιοχή της Μεσοποταμίας, ανάμεσα στους ποταμούς Τίγρη και Ευφράτη, αναπτύχθηκε ένας από τους σπουδαιότερους αρχαίους πολιτισμούς.

Στην κοιλάδα της Μεσοποταμίας κτίστηκαν πόλεις (Ουρ, Ουρούκ και Λαγκάς), μεγαλοπρεπείς ναοί, ανάκτορα και μέγαρα που τα περιέβαλλαν μεγάλα τείχη.

Οι πρώτοι κάτοικοι της περιοχής ήταν οι Σουμέριοι, ακολούθησαν οι Ασσύριοι και στη συνέχεια οι Βαβυλώνιοι, οι οποίοι δημιούργησαν μια τεράστια αυτοκρατορία.

Ζιγκουράτ της Ουρ (2100 π.Χ.): Σε κάθε πόλη της Μεσοποταμίας υπήρχαν τα ζιγκουράτ (ναοί) που ήταν φτιαγμένα από πλίνθινα κλιμακωτά επίπεδα. Ο ναός του θεού της Σελήνης ήταν τοποθετημένος στην κορυφή του ζιγκουράτ, σύμβολο της φυσικής και πνευματικής ανωτερότητας του θεού (δεν έχει διατηρηθεί). Οι τρύπες στο περίβλημα του ζιγκουράτ ίσως να είχαν ανοιχτεί για να μη σκάσουν τα πήλινα τούβλα την περίοδο των βροχών.

Οι Σουμέριοι ανακάλυψαν τη γραφή, (η οποία έμεινε στην ιστορία ως σφηνοειδής) πράγμα που επέτρεψε την καταγραφή των γεγονότων και συνεπώς την ανάπτυξη και τη διάδοση του πολιτισμού της περιοχής. Οι γραφείς κατέγραφαν τις πληροφορίες με καλάμι επάνω σε πέτρινες πλάκες.

Οι Σουμέριοι ανέπτυξαν και αξιόλογη λογοτεχνία. Το Έπος του Γιλγκαμές είναι το πρώτο σημαντικό ποίημα στην ιστορία της ανθρωπότητας. (εδώ σε pdf)

Οι Ασσύριοι επινόησαν πολεμικές τακτικές και πολιορκητικές μηχανές που τους κατέστησαν σχεδόν αήττητους, ενώ η ασσυριακή τέχνη ήταν κυρίως φορέας προπαγανδιστικός της δύναμής τους. Οι κατακτήσεις τους τους έκαναν να εξαπλωθούν υπερβολικά, με συνέπεια να ηττηθούν από τους Βαβυλωνίους.

Οι Βαβυλώνιοι αντέγραψαν τη μνημειώδη ασσυριακή αρχιτεκτονική. Όταν η Βαβυλώνα κατακτήθηκε από τους Πέρσες (539 π.Χ.), δημιουργήθηκε η αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών, η οποία εξαπλώθηκε από την Ινδία ως τη Μεσόγειο και υιοθέτησε στοιχεία αρχιτεκτονικής από τους κατακτημένους λαούς όπως τα εφυαλωμένα τούβλα, τα γλυπτά με τους φτερωτούς ταύρους, τους κίονες με τις ραβδώσεις κ.ά.

Πύλη της Ιστάρ (Ιράκ) (7ος-8ος π.Χ. αι.), επισμαλτωμένοι πλίνθοι, Βερολίνο, αναπαράσταση στο Μουσείο της Περγάμου. Πομπική πύλη στο ανάκτορο του Ναβουχοδονόσορα, στο οποίο υπήρχαν επίσης οι περίφημοι κρεμαστοί κήποι και ο Πύργος της Βαβέλ ύψους 90 μέτρων. Ως υλικό δόμησης έχει χρησιμοποιηθεί το τούβλο, το οποίο όμως έχει καλυφθεί με εφυαλωμένα πλακάκια. Η διακόσμηση παρουσιάζει ταύρους, που είναι το ιερό ζώο των Σουμερίων, και δράκους, που είναι το σύμβολο του Βαβυλώνιου θεού Μαρδούκ. Η αψίδα με τις ανάγλυφες παραστάσεις που πρωτοεμφανίζεται εδώ εξελίχθηκε αργότερα, σε άλλους πολιτισμούς, ως μια σημαντική αρχιτεκτονική μορφή. Αυτή η πύλη ήταν μία από τις έξι μνημειακές πύλες του οχυρού της Βαβυλώνας.

Β. Η τέχνη της Αιγύπτου (περίπου 3.000 π.Χ.)
Την Αίγυπτο ο Ηρόδοτος την ονόμασε "δώρο του Νείλου", επειδή ο Νείλος αποτελούσε την κύρια πηγή πλούτου αυτής της χώρας.

Εμπνευσμένη από τα πρότυπα της Μεσοποταμίας, ανέπτυξε ένα δικό της σύστημα γραφής (τα ιερογλυφικά) με το οποίο καταγράφονταν όλα τα γεγονότα, ενώ οι γραφείς κατείχαν σημαντική θέση στην αιγυπτιακή κοινωνία.

Η αιγυπτιακή τέχνη έχει να επιδείξει θαυμάσια επιτεύγματα στην αρχιτεκτονική (ναούς, πυραμίδες, τάφους), στη γλυπτική (ανάγλυφα ή γλυπτά από πέτρα, ξύλο, γύψο), στη ζωγραφική (τοιχογραφίες, ταφική ζωγραφική, παπύρους), καθώς και στην αγγειοπλαστική, την υφαντική τέχνη και την κοσμηματοποιία.

Ο Νείλος διευκόλυνε τη μεταφορά βαριάς πέτρας από τα λατομεία των γύρω βουνών προκειμένου να χτιστούν τα στιβαρά οικοδομήματα της Αιγύπτου. Οι Φαραώ, με την απόλυτη εξουσία τους (θεωρούνταν η ενσάρκωση του θεού Όσιρι), προσέδωσαν στην αιγυπτιακή τέχνη τις τεράστιες διαστάσεις της. Στις πυραμίδες, τόπους ενταφιασμού των Φαραώ, το σώμα του νεκρού έπρεπε να μείνει προφυλαγμένο και άφθαρτο και γι' αυτό ταριχευόταν. Οι ζωγραφικές παραστάσεις και τα ανάγλυφα που βρίσκονται στις πυραμίδες είχαν ως στόχο να βοηθήσουν το νεκρό να περάσει στην άλλη ζωή.

Η αιγυπτιακή ζωγραφική ακολουθούσε αυστηρούς κανόνες αναπαράστασης. Χαρακτηρίζεται από ευκρινή περιγράμματα, τα οποία οι δημιουργοί γέμιζαν με επίπεδο και καθαρό χρώμα. Τα πράγματα αποδίδονταν με βάση τη γνώση που είχαν οι άνθρωποι γι' αυτά και όχι με βάση τη συγκεκριμένη οπτική γωνία που εμφανίζονταν. Για να είναι ένα σχέδιο σαφές, έπρεπε να ακολουθεί τις πιο χαρακτηριστικές όψεις των αντικειμένων. Για παράδειγμα, το μάτι και το στήθος παρουσιάζονταν μετωπικά, ενώ το πρόσωπο και το υπόλοιπο σώμα πλάγια. Οι καθιστές φιγούρες εικονίζονταν με τα χέρια επάνω στα γόνατα. Τα ιερογλυφικά λειτουργούσαν επεξηγηματικά και συνόδευαν τις παραστάσεις.

Η γλυπτική αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στην Αίγυπτο. Τα αγάλματα των Φαραώ και των θεών ήταν λαξευμένα επάνω σε σκληρές πέτρες όπως ο γρανίτης, για να διατηρηθούν "αιώνια". Τα αγάλματα των ιδιωτών βρέθηκαν μέσα σε "παρεκκλήσια" ή εντοιχισμένα σε ένα είδος "αναπαυτηρίου", που επικοινωνούσε μέσω μιας στενής σχισμής με τον κόσμο των ζωντανών.

Ο Ραχοτέπ και η Νοφρέτ, 4η δυναστεία, ασβεστόλιθος, ύψος 1,20 μ., Μουσείο Καίρου. Ο πλούτος του Ραχοτέπ και η θηλυκότητα της Νοφρέτ αποδίδονται με τα ρούχα και τα κοσμήματα της Νοφρέτ. Οι άντρες απεικονίζονται πάντοτε πιο σκούροι, ενώ οι γυναίκες ανοιχτόχρωμες. Οι επιγραφές στους θρόνους αναφέρουν τα ονόματα και τους τίτλους των εικονιζομένων.

Ανάλυση έργου: ΟΙ ΠΥΡΑΜΙΔΕΣ ΤΗΣ ΓΚΙΖΑΣ (2723-2563 π.Χ. περίπου).

Πρόκειται για τις πυραμίδες του Μυκερίνου, του Χεφρήνου και του Χέοπα. Δεσπόζει με το μέγεθός της η πυραμίδα του Χέοπα, με ύψος 146,5 μ., πλευρά 235 μ. και 52 μοίρες κλίση. Οι τέσσερις έδρες της πυραμίδας είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένες με τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.

Οι πυραμίδες χτίζονταν κατά τη διάρκεια της ζωής ενός Φαραώ. Υπολογίζεται ότι, για να χτιστούν, χρειαζόταν χιλιάδες άντρες να δουλεύουν επί είκοσι χρόνια, τοποθετώντας τεράστιους ογκόλιθους που ζύγιζαν μέχρι και δεκαπέντε τόνους ο καθένας. Οι ογκόλιθοι σέρνονταν επάνω σε ράμπες (κεκλιμένες εξέδρες) ή -σύμφωνα με τον Ηρόδοτο- μεταφέρονταν με ανυψωτικές μηχανές. Η μούμια του Φαραώ, που ήταν τοποθετημένη μέσα στη σαρκοφάγο, ερχόταν με πλοίο από το Νείλο. Μέσω μιας σκεπαστής οδού που υπήρχε μέσα στον ταφικό ναό και ύστερα από μια τελετή που επιτελούσαν οι ιερείς, εναπόθεταν το νεκρό βαθιά μέσα στην πυραμίδα, την οποία σφράγιζαν με έναν τεράστιο ο γκόλιθο. Γύρω από τις πυραμίδες υπήρχε μια ολόκληρη νεκρόπολη.

Οι μικρότερες πυραμίδες φτιάχτηκαν για τις βασίλισσες, ενώ για τους ηγεμόνες και τους αυλικούς έχτιζαν τους μασταμπά (Ταφικά μνημεία, προγενέστερα των πυραμίδων, χτισμένα από πλίνθους ή λίθους, με ορθογώνια κάτοψη, κεκλιμένους τοίχους και επίπεδη οροφή.).